Η προσκόλληση είναι μία από τις σημαντικότερες έννοιες για την κατανόηση των ανθρώπινων σχέσεων. Δεν αφορά καθόλου το πόσο δεμένοι μπορεί να είμαστε με έναν άνθρωπο, αλλά τον τρόπο με τον οποίο έχουμε μάθει να αναζητούμε ασφάλεια, να εμπιστευόμαστε, να πλησιάζουμε και να απομακρυνόμαστε μέσα στις στενές μας σχέσεις.
Η θεωρία της προσκόλλησης συνδέεται κυρίως με τον Βρετανό ψυχίατρο και ψυχαναλυτή John Bowlby. Ο Bowlby υποστήριξε ότι το βρέφος διαθέτει ένα έμφυτο σύστημα αναζήτησης εγγύτητας με το πρόσωπο που το φροντίζει. Η ανάγκη αυτή στο βρέφος συνδέεται με την προστασία και την επιβίωση. Μέσα από τις επαναλαμβανόμενες εμπειρίες με τους σημαντικούς άλλους, το παιδί αρχίζει σταδιακά να σχηματίζει αυτό που ο Bowlby ονόμασε «εσωτερικά μοντέλα εργασίας»: προσδοκίες σχετικά με το αν οι άλλοι θα είναι διαθέσιμοι όταν τους χρειαστεί και, παράλληλα, με το αν το ίδιο αξίζει να δεχθεί φροντίδα.
Η Mary Ainsworth έδωσε στη θεωρία σημαντική ερευνητική βάση μέσα από τις μελέτες της για τη σχέση βρέφους και φροντιστή. Από αυτή την παράδοση προέκυψαν οι γνωστές περιγραφές ασφαλούς, αγχώδους και αποφευκτικής προσκόλλησης. Στη σύγχρονη έρευνα για τους ενηλίκους, ωστόσο, η προσκόλληση συχνά εξετάζεται περισσότερο ως συνεχές δύο βασικών διαστάσεων -του άγχους προσκόλλησης και της αποφυγής- παρά ως τρία ή τέσσερα άκαμπτα κουτάκια στα οποία ανήκει ένας άνθρωπος. Αυτό έχει σημασία, γιατί η προσκόλληση δεν είναι διάγνωση ούτε μια σταθερή ψυχολογική ταυτότητα που μας ακολουθεί αναγκαστικά σε όλη μας τη ζωή.
Ένας άνθρωπος με αυξημένο άγχος προσκόλλησης μπορεί να γίνεται ιδιαίτερα ευαίσθητος σε σημάδια απόστασης ή απόρριψης. Ακόμα και μια μικρή καθυστέρηση σε ένα μήνυμα, μια αλλαγή στον τόνο της φωνής ή η ανάγκη του συντρόφου για προσωπικό χώρο μπορεί να βιωθούν ως ένδειξη ότι η σχέση βρίσκεται σε κίνδυνο. Αντίθετα, στην αυξημένη αποφυγή η μεγάλη συναισθηματική εγγύτητα μπορεί να προκαλεί δυσφορία. Το άτομο ενδέχεται να στηρίζεται υπερβολικά στην αυτάρκεια, να δυσκολεύεται να ζητήσει βοήθεια ακόμα και όταν την έχει πραγματικά ανάγκη ή να αποσύρεται όταν αισθάνεται ότι κάποιος το πλησιάζει πολύ κοντά συναισθηματικά.
Αυτό δημιουργεί ένα ενδιαφέρον παράδοξο: δύο άνθρωποι μπορεί να αγαπιούνται και παρ’ όλα αυτά τα συστήματα προσκόλλησής τους να δημιουργούν έναν επαναλαμβανόμενο κύκλο. Όσο ο ένας φοβάται την εγκατάλειψη και πλησιάζει περισσότερο, τόσο ο άλλος μπορεί να αισθάνεται πίεση και να απομακρύνεται. Και όσο απομακρύνεται, τόσο περισσότερο ενεργοποιείται ο φόβος του πρώτου. Έτσι, πολλές συγκρούσεις που στην επιφάνεια μοιάζουν να αφορούν κάτι μικρό σε πρώτη ματιά μπορεί στην πραγματικότητα να αγγίζουν μια πολύ βαθύτερη αγωνία: Είσαι διαθέσιμος για μένα όταν σε χρειάζομαι;
Η σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι αυτές οι διαστάσεις σχετίζονται και με την ψυχική ευεξία. Μετα-ανάλυση 224 μελετών, με συνολικά σχεδόν 80.000 άτομα, βρήκε ότι τόσο το άγχος όσο και η αποφυγή προσκόλλησης συσχετίζονται με περισσότερους αρνητικούς δείκτες ψυχικής υγείας και χαμηλότερους δείκτες θετικής ψυχικής υγείας. Οι συσχετίσεις αυτές δεν σημαίνουν ότι η ανασφαλής προσκόλληση προκαλεί από μόνη της ψυχικές δυσκολίες. Δείχνουν όμως ότι ο τρόπος με τον οποίο έχουμε μάθει να βιώνουμε την εγγύτητα, την εμπιστοσύνη και την ασφάλεια συνδέεται ουσιαστικά με την ψυχολογική μας λειτουργία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το τι συμβαίνει μέσα στην ψυχοθεραπεία. Ο Bowlby θεωρούσε ότι ο θεραπευτής μπορεί να λειτουργήσει ως μια ασφαλής βάση, από την οποία ο άνθρωπος μπορεί να εξερευνήσει δύσκολες εμπειρίες και σχέσεις. Σύγχρονες προσεγγίσεις ψυχοθεραπείας που βασίζονται στη θεωρία της προσκόλλησης δίνουν ιδιαίτερη σημασία ακριβώς σε αυτό: στη δημιουργία μιας ασφαλούς θεραπευτικής σχέσης, στην επεξεργασία των προηγούμενων εμπειριών σύνδεσης και στη σταδιακή αλλαγή των εσωτερικών μοντέλων μέσα από τα οποία αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας και τους άλλους.
Και εδώ η έρευνα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Μετα-ανάλυση 36 μελετών και 3.158 θεραπευόμενων βρήκε ότι μεγαλύτερη ασφάλεια προσκόλλησης πριν από την ψυχοθεραπεία συνδεόταν με καλύτερη θεραπευτική έκβαση. Υπήρχαν επίσης ενδείξεις ότι η αύξηση της ασφάλειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας συμβαδίζει με καλύτερα αποτελέσματα. Νεότερη μετα-ανάλυση έδειξε επίσης ότι τόσο το άγχος όσο και η αποφυγή προσκόλλησης σχετίζονται, αν και σε μικρό βαθμό, με ασθενέστερη θεραπευτική συμμαχία.
Αυτό μας οδηγεί ίσως στο σημαντικότερο σημείο: η ιστορία της προσκόλλησής μας σαφώς επηρεάζει τις σχέσεις μας, αλλά δεν αποτελεί καταδίκη να τις επαναλαμβάνουμε με τον ίδιο τρόπο για το υπόλοιπο της ζωής μας. Στην ψυχοθεραπεία το ζητούμενο δεν είναι να αποκτήσουμε ακόμη μία ταμπέλα για τον εαυτό μας. Είναι να αρχίσουμε να αναγνωρίζουμε τι συμβαίνει μέσα μας όταν κάποιος πλησιάζει, απομακρύνεται, μας χρειάζεται ή δεν ανταποκρίνεται τελικά όπως περιμέναμε.
Γιατί πολλές φορές πίσω από το γιατί συμπεριφέρομαι έτσι στις σχέσεις μου; υπάρχει μια βαθύτερη ερώτηση, τι έμαθα κάποτε ότι πρέπει να κάνω για να μη χάσω την τόσο σημαντική για τη ζωή μου σύνδεση με τον άλλον;
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι, όταν δομήθηκε αυτή η λειτουργία μέσα μας, ήμασταν αβοήθητα βρέφη. Δεν είχαμε τις επιλογές, τη σκέψη και τις δυνατότητες που έχουμε σήμερα ως ενήλικες. Χρειαζόμασταν τον άλλον για την επιβίωσή μας και μέσα σε αυτή την πρώτη σχέση μάθαμε τους αρχικούς τρόπους με τους οποίους αναζητούμε ασφάλεια, εγγύτητα και σύνδεση.
Όταν αυτό αρχίζει να γίνεται συνειδητό, μπορεί να αλλάξει κάτι πολύ σημαντικό στο παρόν: να καταλάβουμε ότι σήμερα δεν είμαστε πια εκείνο το αβοήθητο βρέφος. Ετσι μπορούμε σιγά σιγά να δημιουργήσουμε έναν διαφορετικό τρόπο σχέσης πρώτα με τον εαυτό μας και στη συνέχεια με τους άλλους.
