Υπάρχουν άνθρωποι που αλλάζουν σύντροφο, αλλά κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της σχέσης συνειδητοποιούν ότι αυτή μοιάζει τελικά πολύ γνώριμη, σχεδόν σαν τις προηγούμενες. Τα πρόσωπα αλλάζουν, οι συνθήκες είναι διαφορετικές, όμως κάποια κοινά συναισθήματα επιστρέφουν, όπως και μια βασική ερώτηση: Πώς βρέθηκα πάλι εδώ;
Η ιδέα ότι ο άνθρωπος επαναλαμβάνει ορισμένες δύσκολες εμπειρίες έχει μακρά ιστορία στην ψυχοθεραπεία. Ο Sigmund Freud χρησιμοποίησε την έννοια του καταναγκασμού της επανάληψης για να περιγράψει την τάση επανεμφάνισης εμπειριών και συγκρούσεων. Πρόκειται για μια ιστορικά σημαντική ψυχαναλυτική θεωρία, όχι όμως, απ’ όσο γνωρίζουμε σήμερα, για έναν συγκεκριμένο μηχανισμό που έχει επιβεβαιωθεί επιστημονικά ακριβώς με τον τρόπο που τον περιέγραψε ο Freud.
Η μεταγενέστερη έρευνα προσέγγισε το ζήτημα με περισσότερο μετρήσιμους τρόπους. Ο ψυχολόγος Lester Luborsky, για παράδειγμα, ανέπτυξε τη μέθοδο Core Conflictual Relationship Theme, με την οποία εξετάζονται επαναλαμβανόμενα θέματα στις αφηγήσεις ενός ανθρώπου για τις σχέσεις του. Αντί δηλαδή να λέμε γενικά ότι κάποιος επαναλαμβάνει το παρελθόν, εξετάζουμε τι επιθυμεί από τον άλλον, πώς περιμένει ότι εκείνος θα ανταποκριθεί και πώς αντιδρά ο ίδιος. Έρευνες έδειξαν ότι τέτοια σχεσιακά μοτίβα μπορούν να αναγνωριστούν με ικανοποιητική αξιοπιστία και να εμφανίζονται σε διαφορετικές σημαντικές σχέσεις.
Γιατί όμως επαναλαμβάνονται;
Μία απάντηση βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο οργανώνουμε την εμπειρία μας. Από τις πρώιμες σχέσεις δημιουργούμε τις προσδοκίες μας τόσο για το πώς συνδέεται ο άλλος μαζί μας όσο και για το πώς θα συνδεθούμε εμείς μαζί του. Αυτές οι προσδοκίες μπορεί αργότερα να επηρεάζουν τι παρατηρούμε, πώς ερμηνεύουμε μια συμπεριφορά, πώς αντιδρούμε σε αυτήν και, γενικότερα, πώς πλάθουμε την εμπειρία μας.
Ο Jeffrey Young, δημιουργός της Schema Therapy, περιέγραψε τα πρώιμα δυσλειτουργικά σχήματα ως βαθιά οργανωμένα μοτίβα που αφορούν τον εαυτό και τις σχέσεις με τους άλλους. Ένα άτομο με έντονο σχήμα εγκατάλειψης, για παράδειγμα, μπορεί να βρίσκεται σε διαρκή επαγρύπνηση απέναντι στην πιθανότητα ότι ο άλλος θα φύγει και να βιώνει με το παραμικρό αυτή την αγωνία. Κάποιος που έχει οργανώσει την εμπειρία του γύρω από τη συναισθηματική στέρηση μπορεί να περιμένει ότι οι ανάγκες του τελικά δεν θα ικανοποιηθούν και, ό,τι κι αν πάρει, να εξακολουθεί να βιώνει μια βαθιά συναισθηματική πείνα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι προκαλούμε συνειδητά όσα φοβόμαστε. Γιατί και αυτό μπορεί να γίνει ένα μεγάλο βάρος: ότι τελικά φταίμε εμείς για όσα μας συμβαίνουν. Σας παρακαλώ, αφήστε αυτό το βάρος από τους ώμους σας. Δεν μιλάμε για ενοχή. Μιλάμε για μοτίβα που μάθαμε πολλές φορές πολύ πριν μπορέσουμε καν να τα κατανοήσουμε.
Οι παλιές προσδοκίες μπορούν να επηρεάζουν τις επιλογές, την ερμηνεία και τη συμπεριφορά μας. Μπορεί να ανεχόμαστε πιο εύκολα μια γνώριμη κατάσταση, να αντιλαμβανόμαστε γρηγορότερα στοιχεία που επιβεβαιώνουν αυτό που ήδη περιμένουμε γιατί αυτό μάθαμε, αυτό ξέρουμε, αυτό ψάχνουμε, ή να αντιδρούμε με τρόπους που δυσκολεύουν τη δημιουργία μιας διαφορετικής σχέσης.
Έχετε σκεφτεί ότι, ακόμη κι όταν θέλουμε κάτι διαφορετικό, μπορεί να δυσκολευόμαστε να το βρούμε απλώς επειδή δεν το γνωρίζουμε; Δεν ξέρουμε ακριβώς τι ψάχνουμε. Το διαφορετικό μπορεί να είναι αυτό που επιθυμούμε συνειδητά και, ταυτόχρονα, αυτό που μας είναι λιγότερο οικείο.
Υπάρχει και κάτι ακόμη σημαντικό. Η επανάληψη δεν βρίσκεται πάντοτε στην επιλογή του ίδιου τύπου ανθρώπου. Μπορεί να βρίσκεται στον ρόλο που αναλαμβάνουμε εμείς. Ένας άνθρωπος μπορεί να σχετίζεται με πολύ διαφορετικούς συντρόφους και παρ’ όλα αυτά να καταλήγει να είναι πάντα εκείνος που κυνηγά, υποχωρεί, σώζει, αποσύρεται, περιμένει επιβεβαίωση ή ακολουθεί οποιοδήποτε άλλο γνώριμο μοτίβο. Το επαναλαμβανόμενο στοιχείο μπορεί επομένως να είναι η θέση που παίρνει μέσα στη σχέση και το συναίσθημα που τελικά βιώνει.
Εδώ η αλλαγή απαιτεί αυτοπαρατήρηση. Γιατί πολλές φορές επιμένω να αλλάξω τον άλλον μέχρι τελικά να μου επιβεβαιώσει τον ρόλο που εγώ έχω μάθει να παίζω. Κατανοώ πόσο παράξενο μπορεί να ακούγεται αυτό. Κάποιες φορές όμως, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, απαιτούμε από τον άλλον να γίνει κομπάρσος στο δράμα στο οποίο εμείς έχουμε μάθει να πρωταγωνιστούμε.
Αυτά τα μοτίβα μπορούν να εμφανιστούν ακόμη και μέσα στην ψυχοθεραπεία. Έρευνες με τη μέθοδο του Luborsky έχουν βρει ομοιότητες ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο ορισμένοι θεραπευόμενοι σχετίζονται με σημαντικούς ανθρώπους της ζωής τους και στον τρόπο με τον οποίο αρχίζουν να σχετίζονται με τον θεραπευτή. Μην ξεχνάτε ότι η σχέση με τον θεραπευτή μπορεί να γίνει μια μικρογραφία των μοτίβων που ακολουθούμε γενικότερα στις σχέσεις μας. Και αυτό προσφέρει κάτι πολύτιμο: ένα παλιό μοτίβο μπορεί να εμφανιστεί στο παρόν, αλλά αυτή τη φορά να παρατηρηθεί και να επεξεργαστεί μέσα σε διαφορετικές συνθήκες.
Η θεραπεία, λοιπόν, δεν έχει ως στόχο να αναζητήσει ποιος φταίει και πόσο για όσα επαναλαμβάνονται. Προσπαθεί όμως να κάνει ορατή μια διαδικασία που μέχρι τότε λειτουργούσε σχεδόν αυτόματα. Ποια θέση παίρνω στις σχέσεις μου; Τι περιμένω από τον άλλον πριν ακόμη μου δείξει ποιος είναι; Τι ανέχομαι επειδή μου είναι γνώριμο; Και τι κάνω όταν μια σχέση αρχίζει να γίνεται διαφορετική από εκείνες που έχω μάθει;
Γιατί το οικείο δεν είναι πάντοτε και ασφαλές. Μερικές φορές είναι απλώς ο τρόπος σχέσης που μάθαμε καλύτερα.
Και επειδή γνωρίζουμε καλά μια διαδρομή, δεν σημαίνει ότι είναι κανόνας να την επιλέξουμε ξανά.
