Υπάρχει μια βαθιά αντίφαση στην ανθρώπινη φύση, την οποία δύσκολα παραδεχόμαστε: δεν επιθυμούμε πάντοτε να απαλλαγούμε από εκείνο που μας βασανίζει. Μερικές φορές το υπερασπιζόμαστε με την ίδια ένταση με την οποία ισχυριζόμαστε ότι θέλουμε να το εγκαταλείψουμε.
Ο άνθρωπος δεν είναι ένα ον που αναζητά αποκλειστικά την ευτυχία. Αν ήταν, η ιστορία του θα ήταν πολύ απλούστερη και σίγουρα πιο ειρηνική. Δεν θα επέστρεφε σε σχέσεις που τον πονούν και τον ταπεινώνουν, δεν θα αναπαρήγαγε τις ίδιες συγκρούσεις, δεν θα αναζητούσε διαρκώς την επιβεβαίωση εκείνων που τον απορρίπτουν.
Κι όμως, επιστρέφει. Μερικές φορές μοιάζει ακόμη και να επιλέγει την επιστροφή του. Όχι απαραίτητα επειδή αγαπά τον πόνο και συχνά χωρίς να το συνειδητοποιεί, αλλά επειδή μέσα σε αυτόν μπορεί να έχει οργανώσει κάτι σημαντικότερο από την ευχαρίστηση, την ίδια του την υπαρξιακή ταυτότητα.
Και αυτή η ταυτότητα δεν διαμορφώνεται σε κοινωνικό κενό. Υπάρχει πάντοτε ένας δομημένος πολιτισμός, με τις αξίες, τις ιεραρχίες και τους μηχανισμούς του, πρόθυμος να της δώσει νόημα, να την επιβραβεύσει και, ενίοτε, να την εκμεταλλευτεί.
Ο Σίγκμουντ Φρόυντ, στο έργο του Πέρα από την Αρχή της Ηδονής, περιέγραψε τον καταναγκασμό της επανάληψης: την τάση του ψυχισμού να επαναφέρει ακόμη και εμπειρίες που προκαλούν οδύνη.
Σαν μια αόρατη σκηνοθεσία που αλλάζει τους πρωταγωνιστές, αλλά διατηρεί πεισματικά το ίδιο ακριβώς έργο στη σκηνή της ζωής.
Η γυναίκα που εμπλέκεται επανειλημμένα με συναισθηματικά απόντες συντρόφους. Ο άνθρωπος που αισθάνεται μονίμως αδικημένος, αλλά δυσκολεύεται να αναγνωρίσει σχέσεις στις οποίες αντιμετωπίζεται ισότιμα. Και όταν μια τέτοια σχέση εμφανιστεί, μπορεί ακόμη και να αντιδράσει επιθετικά απέναντι σε εκείνον που τολμά να ανατρέψει το γνώριμο σενάριο. Εκείνος που θυσιάζεται για τους πάντες και ύστερα τους κατηγορεί επειδή δεν σεβάστηκαν τη θυσία του και τον εξάντλησαν.
Δεν πρόκειται απαραίτητα για συνειδητή επιλογή δυστυχίας. Πρόκειται για ψυχικά σχήματα που διαμορφώθηκαν μέσα στο οικογενειακό σύστημα, συχνά ως τρόποι προσαρμογής και επιβίωσης, και εξακολουθούν να λειτουργούν ακόμη κι όταν οι αρχικές συνθήκες έχουν παρέλθει.
Το γνώριμο δεν είναι πάντοτε ευχάριστο. Είναι όμως αναγνωρίσιμο. Είναι εκείνο που μας έπλασε, μας διαμόρφωσε και τελικά έγινε μέρος του εαυτού μας.
Ακόμη και το κακοποιητικό μπορεί να αποκτήσει μια τρομακτική προβλεψιμότητα. Έχουμε αναπτύξει τους αντίστοιχους μηχανισμούς διαχείρισης και επιβίωσης. Γνωρίζουμε πώς να κινούμαστε μέσα σε αυτό, πώς να προστατευόμαστε, πώς να αντέχουμε. Και έτσι, το οδυνηρό μπορεί να μοιάζει ψυχικά ασφαλέστερο από μια ελευθερία που δεν έχουμε μάθει να κατοικούμε.
Ο Ζακ Λακάν χρησιμοποίησε την έννοια της jouissance για να περιγράψει μια παράδοξη μορφή απόλαυσης που υπερβαίνει την αρχή της ευχαρίστησης, αγγίζοντας την υπερβολή, την ένταση και, ορισμένες φορές, την οδύνη.
Ο άνθρωπος μπορεί να υποφέρει πραγματικά και ταυτόχρονα να αντλεί από την επανάληψη της δυστυχίας του μια ασυνείδητη, σχεδόν άγρια ψυχική ικανοποίηση.
Μια οδυνηρή απόλαυση που δεν ανακουφίζει, αλλά καθηλώνει. Που μπορεί να προσδίδει στην προσωπική ιστορία μια αίσθηση εξαιρετικότητας, σαν ο πόνος να αποτελεί απόδειξη ενός βαθύτερου νοήματος.
Ο αδικημένος ενδέχεται να διατηρεί μέσα από την αδικία μια αίσθηση ηθικής υπεροχής. Ο εγκαταλελειμμένος επιβεβαιώνει την πεποίθηση ότι κανείς δεν είναι αρκετά δυνατός για να μείνει. Ο αιώνια θυσιαζόμενος αντλεί από τη στέρησή του μια ιδιαίτερη ψυχική σημασία.
Η δυστυχία μετατρέπεται σε παράδοξο ψυχικό κεφάλαιο που επισκιάζει τις υπόλοιπες πλευρές της ύπαρξης.
Και τότε αναδύεται ένα ερώτημα που απειλεί την ίδια τη συγκρότηση της προσωπικότητας:
Ποιοι θα είμαστε εάν πάψουμε να υποφέρουμε; Πώς θα αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας όταν πάψει να υπάρχει εκείνο που επί χρόνια χρησιμοποιούσαμε για να τον προσδιορίζουμε;
Εδώ η ατομική ψυχολογία συναντά την πολιτική και την κοινωνική πραγματικότητα. Γιατί η δυστυχία δεν είναι μόνο προσωπική υπόθεση. Είναι και κοινωνικό προϊόν.
Ο σύγχρονος πολιτισμός συμμετέχει στη διαμόρφωση των επιθυμιών μας, περιορίζει συχνά τις πραγματικές δυνατότητες αυτονομίας και ύστερα μας προσφέρει ένα καινούργιο μοντέλο τηλεφώνου, ένα νέο προϊόν, μια καινούργια μόδα. Κάτι λαμπερό που υπόσχεται ανανέωση.
Μας καλεί να κυνηγάμε αδιάκοπα το επόμενο αντικείμενο, σαν η απόκτησή του να μπορεί να υποκαταστήσει την ελευθερία που στερούμαστε.
Η κατανάλωση παρουσιάζεται ως προσωπική επιλογή, ακόμη κι όταν οι ουσιαστικές επιλογές της ζωής μας παραμένουν ασφυκτικά περιορισμένες.
Μια κοινωνία που εξυμνεί την αυτοθυσία, αντιμετωπίζει την εξάντληση ως απόδειξη εργατικότητας και συνέπειας και αναγορεύει την παραίτηση από την προσωπική επιθυμία σε ηθική αρετή, δεν περιορίζεται στο να ανέχεται τη δυστυχία.
Συμμετέχει ενεργά στην αναπαραγωγή της μέσα από κοινωνικά πρότυπα, έμφυλους ρόλους και πολιτισμικές επιταγές.
Αλλά ποιος ωφελείται από αυτή την εξιδανίκευση;
Ο Μισέλ Φουκώ ανέλυσε πώς η εξουσία δεν λειτουργεί μόνο μέσα από απαγορεύσεις, αλλά και μέσα από την παραγωγή συμπεριφορών, κανόνων και τρόπων συγκρότησης του υποκειμένου.
Ο άνθρωπος μαθαίνει να αυτοπειθαρχείται, να ελέγχει τις επιθυμίες του, να θεωρεί προσωπική αδυναμία την αδυναμία του να ανταποκριθεί σε παράλογες απαιτήσεις.
Και τότε συμβαίνει κάτι εξαιρετικά βολικό για κάθε σύστημα εξουσίας: η κοινωνική επιβολή μετατρέπεται σε εσωτερική φωνή.
Ο άνθρωπος δεν χρειάζεται πλέον κάποιον να τον καταπιέζει διαρκώς απ’ έξω. Έχει εσωτερικεύσει τον καταπιεστή, έχει υιοθετήσει τη γλώσσα του και επαναλαμβάνει το μοντέλο που διδάχθηκε.
Η πιο αποτελεσματική μορφή εξουσίας δεν είναι εκείνη που απαιτεί συνεχώς την υποταγή μας, αλλά εκείνη που μας έχει πείσει να την απαιτούμε εμείς από τον εαυτό μας.
Υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνική ηθική χτισμένη πάνω στην ιδέα ότι ο πόνος εξαγνίζει.
Όσο περισσότερο υποφέρεις, τόσο περισσότερο αξίζεις. Όσο περισσότερο στερείσαι, τόσο πιο ενάρετος θεωρείσαι. Όσο λιγότερα ζητάς, τόσο πιο αξιοπρεπής εμφανίζεσαι.
Η ευχαρίστηση, αντίθετα, συχνά συνοδεύεται από ενοχή. Ακόμη και σήμερα, σε μια εποχή που διακηρύσσει το δικαίωμα στη χαρά, στην προσωπική ολοκλήρωση και στην ελευθερία.
Ο άνθρωπος που διεκδικεί χρόνο για τον εαυτό του μπορεί εύκολα να χαρακτηριστεί εγωιστής. Εκείνος που εγκαταλείπει έναν δυστυχισμένο ρόλο ζωής μπορεί να κατηγορηθεί ότι πρόδωσε τις υποχρεώσεις του, ακόμη και τις ίδιες του τις αξίες. Έτσι η θυσία αποκτά κοινωνικό κύρος και η δυστυχία γίνεται ένα ιδιότυπο νόμισμα ηθικής αναγνώρισης.
Ο Έριχ Φρομ διερεύνησε τη φυγή από την ελευθερία ως μια ανθρώπινη δυνατότητα μπροστά στο άγχος της αυτονομίας.
Γιατί η ελευθερία δεν προσφέρει μόνο δικαιώματα. Μας φέρνει αντιμέτωπους και με την ευθύνη των επιλογών μας.
Όταν αρχίζουμε να αναγνωρίζουμε ότι δεν καθορίζεται ολόκληρη η ζωή μας αποκλειστικά από τις απαιτήσεις των άλλων ή από όσα μας συνέβησαν, ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα δύσκολο υπαρξιακό ερώτημα: τι μπορούμε να επιλέξουμε εμείς, μέσα στα πραγματικά όρια της ζωής μας;
Η αυθεντικότητα δεν είναι ένα ευχάριστο σύνθημα προσωπικής ανάπτυξης. Μπορεί να είναι μια επώδυνη σύγκρουση με ολόκληρο το σύστημα αξιών που μας συγκρότησε.
Στη σύγχρονη ψηφιακή πραγματικότητα παρατηρούμε ένα ακόμη φαινόμενο: η δυστυχία γίνεται περιεχόμενο, αποκτά δημόσια υπόσταση και εμπορική αξία.
Η προσωπική οδύνη εκτίθεται, αξιολογείται, καταναλώνεται. Η ανθρώπινη ευαλωτότητα μετριέται σε προβολές, αντιδράσεις και ψηφιακή απήχηση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δημόσια εξομολόγηση αποτελεί επίδειξη. Η μαρτυρία μπορεί να είναι πράξη θάρρους, διεκδίκησης και κοινωνικής αντίστασης.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η οδύνη μετατρέπεται σε διαβατήριο κοινωνικής ορατότητας. Όταν ο άνθρωπος αισθάνεται ότι πρέπει πρώτα να αποδείξει το μέγεθος της πληγής του για να αποκτήσει δικαίωμα λόγου.
Εδώ αποκαλύπτεται μια από τις πιο σκληρές αντιφάσεις του πολιτισμού μας.
Καταναλώνουμε με απληστία τις ιστορίες του ανθρώπινου πόνου. Στις ειδήσεις, στις τηλεοπτικές σειρές, στις ψηφιακές πλατφόρμες. Συγκινούμαστε μπροστά στην εξαθλίωση, παρακολουθούμε την ανθρώπινη συντριβή, αναζητούμε την επόμενη δραματική αφήγηση.
Και την ίδια στιγμή αποφεύγουμε να εξετάσουμε τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που παράγουν μεγάλο μέρος αυτής της δυστυχίας.
Δεν μπορούμε να μιλάμε αφηρημένα για ελευθερία σε έναν άνθρωπο που πεινά. Η πείνα δεν είναι απλώς μια δυσάρεστη συνθήκη. Είναι μια υλική δύναμη που περιορίζει τις επιλογές, υποτάσσει τον χρόνο στην επιβίωση και μπορεί να μετατρέψει την ανάγκη σε μηχανισμό εξάρτησης.
Πόση αυτονομία μπορεί να ασκήσει κάποιος όταν ολόκληρη η καθημερινότητά του οργανώνεται γύρω από το ερώτημα αν θα καταφέρει να επιβιώσει;
Και πόσο βολικό είναι να του μιλάμε για προσωπική ευθύνη, αποσιωπώντας την κοινωνική ευθύνη απέναντί του;
Η έξοδος από εκείνο που ο καθένας βιώνει ως δυστυχία δεν γίνεται πάντοτε αντιληπτή ως απελευθέρωση. Μπορεί να βιωθεί ως απώλεια μιας γνώριμης, έστω και οδυνηρής, ασφάλειας.
Εάν κάποιος έχει οργανώσει τη ζωή του γύρω από τη θυσία ή τον πόνο, η δυνατότητα να επιθυμήσει κάτι για τον εαυτό του μπορεί να προκαλέσει ενοχή και έντονη ψυχική δυσφορία.
Εάν έχει μάθει να υπάρχει μέσα από τη σύγκρουση, η ηρεμία μπορεί να του προκαλέσει υπαρξιακό άγχος.
Οι ισχυρές εξαρτητικές προσκολλήσεις, είτε αφορούν πρόσωπα είτε κοινωνικές αντιλήψεις και καταστάσεις, μπορούν να συντηρούν τον καταναγκασμό της επανάληψης. Δεν είναι όμως κάθε προσκόλληση προϊόν ελεύθερης επιλογής, ούτε κάθε παραμονή σε μια καταστροφική συνθήκη αποτέλεσμα ασυνείδητης απόλαυσης.
Η ψυχοθεραπεία δεν καλείται να κατηγορήσει τον άνθρωπο για τις επαναλήψεις του ούτε να μετατρέψει τα κοινωνικά τραύματα σε προσωπική ευθύνη.
Καλείται να διερευνήσει πώς ο ψυχισμός συνδέθηκε με συγκεκριμένες μορφές οδύνης και πώς οι κοινωνικές επιταγές εξακολουθούν να τις νομιμοποιούν αθόρυβα, μέσα από παροτρύνσεις, διαφημίσεις, πρότυπα επιτυχίας και απαιτήσεις υποταγής.
Όμως η προσωπική διερεύνηση δεν μπορεί να αντικαταστήσει την κοινωνική αλλαγή. Δεν θεραπεύεται η φτώχεια με ενδοσκόπηση, ούτε καταργείται η εκμετάλλευση με ασκήσεις αυτοβελτίωσης.
Ίσως, τελικά, η πιο ριζοσπαστική πράξη που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος να είναι να αναγνωρίσει ότι η φωνή του έχει νόημα και αξία χωρίς να χρειάζεται να επικαλεστεί τον πόνο του ως αποδεικτικό στοιχείο.
Να μην απαιτεί από τον εαυτό του να συντριβεί για να δικαιούται να υπάρχει.
Και να μην αποδέχεται μια κοινωνική ηθική που του ζητά να υποφέρει αξιοπρεπώς, αντί να διεκδικεί τις συνθήκες μιας αξιοπρεπούς ζωής.
Γιατί το βαθύτερο σκάνδαλο δεν είναι ότι ο άνθρωπος μπορεί να συνηθίσει τη δυστυχία του. Είναι ότι ένας ολόκληρος πολιτισμός μπορεί να οργανωθεί γύρω από αυτή τη συνήθεια, να την ονομάσει αρετή και ύστερα να απαιτήσει από τον άνθρωπο να αισθάνεται ευγνωμοσύνη για την αντοχή του.
Ιωάννα Μπράτη – Ψυχοθεραπεύτρια, Ομάδες Αυτογνωσίας
