Η δικτατορία της ευτυχίας

Υπήρξε μια εποχή που ο άνθρωπος διεκδικούσε το δικαίωμα στην ευτυχία, το δικαίωμα να του επιτραπεί η χαρά, που συχνά φάνταζε πολυτέλεια. Σήμερα μοιάζει να έχει χάσει ακόμη και το δικαίωμα να βιώσει το πένθος του.

Πρόκειται ίσως για μία από τις πιο ύπουλες αντιφάσεις του σύγχρονου πολιτισμού. Μια κοινωνία που διακηρύσσει την ελευθερία της προσωπικής έκφρασης, την ίδια στιγμή επιβάλλει ένα σχεδόν υποχρεωτικό συναισθηματικό πρότυπο. Να είσαι θετικός. Να σκέφτεσαι αισιόδοξα. Να εξελίσσεσαι. Να μετατρέπεις κάθε δυσκολία σε ευκαιρία και κάθε τραύμα σε μάθημα, το οποίο οφείλεις αμέσως να προσπεράσεις για να προχωρήσεις στο επόμενο στάδιο.

Η ενδιάμεση διαδικασία, εκείνη της αφουγκράσεως της προσωπικής κραυγής, χρειάζεται να αποσιωπηθεί. Δεν υπάρχει χρόνος να σταθείς απέναντι σε αυτό που σε συντάραξε, να το αναγνωρίσεις, να το πενθήσεις, να αναμετρηθείς μαζί του. Γιατί ακόμη και αυτός ο πόνος οφείλει να αποδειχθεί παραγωγικός.

Αναρωτιέμαι πότε ακριβώς η ανθρώπινη θλίψη μετατράπηκε σε ελάττωμα που χρειάζεται διόρθωση. Πότε η μελαγχολία έπαψε να αντιμετωπίζεται ως μια βαθιά ανθρώπινη εμπειρία και άρχισε να θεωρείται ένδειξη ότι κάτι δεν κάνουμε σωστά, ότι κάτι πάει λάθος με εμάς. Και πόσο εύκολα, μέσα σε αυτή τη σύγχυση, μπορεί να βαφτιστούμε ακόμη και τοξικοί επειδή δεν ανταποκρινόμαστε στην απαίτηση της διαρκούς θετικότητας.

Και κυρίως, χρειάζεται να αναρωτηθούμε: ποιος ωφελείται από έναν άνθρωπο που αισθάνεται ένοχος κάθε φορά που δεν είναι ευτυχισμένος;

Ο φιλόσοφος Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν, εξετάζοντας τη σύγχρονη κοινωνία της επίδοσης, περιγράφει έναν άνθρωπο που δεν χρειάζεται πλέον έναν εξωτερικό δυνάστη για να εξαντληθεί. Έχει εκπαιδευτεί σταδιακά να απαιτεί ο ίδιος από τον εαυτό του ολοένα περισσότερα. Να εργάζεται περισσότερο, να βελτιώνεται διαρκώς, να υπερβαίνει τα όριά του.

Σε αυτή τη λογική, ακόμη και η ψυχική μας κατάσταση μετατρέπεται σε έναν προσωπικό δυνάστη, τον οποίο οφείλουμε να διαχειριστούμε αποτελεσματικά.

Δεν αρκεί να ζούμε. Πρέπει να ζούμε σωστά.

Ποιος, όμως, έχει καθορίσει τι σημαίνει σωστά; Ποιος τοποθέτησε αυτόν τον κανόνα σε μια κοινωνία που φοβάται το πένθος, που τρέμει την ουσιαστική εμβάθυνση και γι’ αυτό ανακαλύπτει διαρκώς καινούργιους όρους ψυχολογίας, ώστε να γνωρίζει γνωσιακά, αλλά να αποφεύγει να βιώσει εμπειρικά;

Ποιος αποφάσισε ότι πρέπει να αισθανόμαστε θετικά; Και τι σημαίνει τελικά θετικά, όταν ζούμε με τον μόνιμο φόβο της αποτυχίας, επειδή ολόκληρη η ευθύνη, σύμφωνα με αυτό το σύστημα, επιστρέφει σε εμάς;

Αν είσαι δυστυχισμένος, ίσως δεν προσπάθησες αρκετά. Εξάλλου, υπάρχουν πάντοτε οι δέκα τρόποι για να είσαι ευτυχισμένος. Αν εξαντλήθηκες, δεν διαχειρίστηκες σωστά την ενέργειά σου. Αν υποφέρεις, πρέπει να αλλάξεις τον τρόπο σκέψης σου και να εστιάσεις αποκλειστικά στα θετικά.

Πόση ματαίωση και πόση ανεπάρκεια μπορεί να αισθανθεί ένας άνθρωπος μέσα σε αυτούς τους ξένους, επιβεβλημένους κανόνες; Σε ένα φυσιολογικό ψυχικό περιβάλλον, ο θρήνος αποτελεί μέρος της ζωής. Δεν είναι μια ανεπιθύμητη παρέκκλιση από αυτήν.

Πόσο βολική είναι, λοιπόν, αυτή η ερμηνεία για μια κοινωνία που αποφεύγει να εξετάσει τις συνθήκες μέσα στις οποίες παράγεται η ανθρώπινη δυστυχία.

Η οικονομική ανασφάλεια που ολοένα μεγαλώνει, η εργασιακή εξάντληση, οι απολύσεις από μεγάλες εταιρείες που συχνά πραγματοποιούνται με απάνθρωπο τρόπο, η κοινωνική απομόνωση, ο θυμός και η βία που κυριαρχούν στον πλανήτη, η απώλεια υπαρξιακού νοήματος, όλα αυτά υποχωρούν από το προσκήνιο.

Στη θέση τους εμφανίζεται η ατομική ευθύνη για τη συναισθηματική μας κατάσταση.

Πόσο δόλο μπορεί να κρύβει αυτή η μετατόπιση;

Ο άνθρωπος καλείται να προσαρμόσει τον ψυχισμό του σε έναν κόσμο που ίσως χρειάζεται ο ίδιος να αλλάξει. Και εμείς μένουμε σαστισμένοι, ακινητοποιημένοι, σχεδόν ψυχικά ανάπηροι μπροστά σε όσα συμβαίνουν, επειδή έχουμε πειστεί ότι μάλλον δεν βλέπουμε αρκετά θετικά τα πράγματα.

Και εδώ η επιβολή γίνεται ακόμη πιο αποτελεσματική, επειδή παρουσιάζεται έξυπνα ως φροντίδα.

Δεν σου απαγορεύεται ο θρήνος. Απλώς σου υπενθυμίζουν ότι πρέπει να προχωρήσεις και να μην κολλάς στο παρελθόν.

Δεν σου απαγορεύεται ο θυμός. Σου εξηγούν, όμως, ότι ο θυμός χαμηλώνει την ποιότητα της ενέργειάς σου και της ζωής σου.

Δεν σου απαγορεύουν να απελπιστείς. Σε ενθαρρύνουν να αναζητήσεις, σχεδόν εμμονικά, τη θετική πλευρά κάθε εμπειρίας.

Δεν σου απαγορεύεται ούτε να δυσανασχετείς. Η δικτατορία που έχει εγκατασταθεί μέσα στον ψυχισμό σου έχει ήδη αναλάβει αυτό το έργο. Σε έχει μάθει να λογοκρίνεις ο ίδιος τον εσωτερικό σου κόσμο.

Κάπως έτσι, η κοινωνική απαίτηση αποκτά τη γλώσσα της προσωπικής ανάπτυξης.

Η πιο αποτελεσματική μορφή καταπίεσης είναι εκείνη που δεν χρειάζεται πλέον να σου επιβάλλεται, επειδή έχεις μάθει να την ασκείς στον εαυτό σου.

Ας σκεφτούμε, όμως, τι σημαίνει ψυχολογικά αυτή η συνεχής απαίτηση για θετικότητα.

Τα συναισθήματα δεν αποτελούν διακοσμητικά στοιχεία της προσωπικότητάς μας. Είναι τρόποι με τους οποίους βιώνουμε, ερμηνεύουμε και ανταποκρινόμαστε στην πραγματικότητα.

Η θλίψη μπορεί να εκφράζει την απώλεια. Ο θυμός μπορεί να σηματοδοτεί μια αδικία. Ο φόβος μπορεί να μας προειδοποιεί για έναν κίνδυνο. Η απογοήτευση μπορεί να αποκαλύπτει τη διάσταση ανάμεσα σε αυτό που επιθυμούσαμε ή ονειρευόμασταν και σε αυτό που τελικά ζήσαμε.

Όταν απαιτούμε από τον άνθρωπο να μετατρέπει αμέσως κάθε δυσάρεστο συναίσθημα σε θετικό, δεν του προσφέρουμε απαραίτητα ανακούφιση. Μερικές φορές του στερούμε τον χρόνο που χρειάζεται για να καταλάβει τι του συμβαίνει. Του αφαιρούμε ολόκληρα στάδια επεξεργασίας της εμπειρίας του.

Υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην ψυχική ανθεκτικότητα και στην καταναγκαστική υπεραισιοδοξία.

Η ανθεκτικότητα περιλαμβάνει την ικανότητα να αντέχουμε και να επεξεργαζόμαστε τις δύσκολες εμπειρίες. Η καταναγκαστική υπεραισιοδοξία απαιτεί να τις παρακάμπτουμε προτού ακόμη αποκτήσουν νόημα. Και τελικά το πρόβλημα μετατίθεται σε ένα βαθύτερο επίπεδο. Δεν εξαφανίζεται, αλλά μπορεί να συνεχίσει να δρα αθέατα, βουβά, μέσα στον ψυχισμό, χωρίς να έχει βρει ακόμη τον χώρο και τη γλώσσα για να εκφραστεί.

Στην πρώτη περίπτωση ο άνθρωπος αναγνωρίζει την πραγματικότητά του, ενώ στη δεύτερη κινδυνεύει να αποξενωθεί από αυτήν.

Η εμπειρία χρειάζεται χρόνο για να υφανθεί με τον ψυχισμό, να ενσωματωθεί στην προσωπική μας ιστορία και να δημιουργήσει νέα σχέδια και εικόνες στον ιδιαίτερο τάπητα της ζωής του καθενός. Δεν μπορούμε να απαιτούμε από την ανθρώπινη ψυχή να ολοκληρώνει τις διεργασίες της σύμφωνα με τους ρυθμούς μιας κοινωνίας που βιάζεται να ξεπεράσει τα πάντα.

Ο Έριχ Φρομ προβληματίστηκε βαθιά για τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνικές δομές διαμορφώνουν τον ανθρώπινο χαρακτήρα. Για την προσαρμογή του ανθρώπου σε κοινωνικές απαιτήσεις που δεν υπηρετούν πάντοτε τις βαθύτερες ανάγκες του.

Ακολουθώντας αυτή τη σκέψη, θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε αν η σύγχρονη λατρεία της ευτυχίας αποτελεί πάντοτε έκφραση ψυχικής υγείας ή αν κάποιες φορές λειτουργεί ως απαίτηση συμμόρφωσης σε ένα καθεστώς που ποδοπατά ανθρώπους, ενώ ταυτόχρονα παράγει ατσαλάκωτες σέλφι και χαμογελαστές εικόνες μιας υποτιθέμενης ευδαιμονίας.

Ένας άνθρωπος που αμφισβητεί, που θλίβεται μπροστά στην αδικία, που αγανακτεί με την εκμετάλλευση, δεν είναι απαραίτητα ένας άνθρωπος που αδυνατεί να προσαρμοστεί.

Μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που αρνείται να θεωρήσει φυσιολογικό το αφύσικο.

Αντίθετα, η αδιατάρακτη, απαιτούμενη ευτυχία μέσα σε οποιεσδήποτε συνθήκες θα έπρεπε ίσως να μας προβληματίζει περισσότερο από τη θλίψη.

Γιατί τι σημαίνει να είσαι πάντοτε καλά σε έναν κόσμο όπου συμβαίνουν πράγματα που δικαιολογημένα μας συνταράσσουν;

Δεν υποστηρίζω ότι ο άνθρωπος οφείλει να υποφέρει για να αποδείξει την ευαισθησία του ή την ενσυναίσθησή του απέναντι στα κοινωνικά γεγονότα. Ούτε ότι η χαρά είναι επιφανειακή ή ότι η αισιοδοξία αποτελεί αυταπάτη.

Η χαρά είναι εξαιρετικά πολύτιμη. Η ελπίδα μπορεί να γίνει δύναμη επιβίωσης και ψυχικής στήριξης. Και η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά έναν άνθρωπο που υποφέρει.

Το πρόβλημα που θέλω να αναδείξω αρχίζει όταν η ευτυχία παύει να είναι δυνατότητα και μετατρέπεται σε καθήκον.

Όταν δεν επιτρέπεται πλέον να πεις δεν είμαι καλά χωρίς να αισθανθείς ότι πρέπει αμέσως να εξηγήσεις πώς σκοπεύεις να το διορθώσεις. Ότι γνωρίζεις πως αυτή η κατάσταση είναι λανθασμένη, ότι βρίσκεσαι απλώς σε μια μεταβατική περίοδο και ότι αμέσως μετά θα επιστρέψεις στον σωστό δρόμο της ευτυχίας.

Σαν να οφείλεις να απολογηθείς για τη θλίψη σου και να υποσχεθείς ότι δεν θα διαρκέσει πολύ.

Όταν ακόμη και το πένθος αποκτά ένα αόρατο χρονοδιάγραμμα.

Πόσο καιρό δικαιούσαι να θρηνείς έναν άνθρωπο; Πόσο μπορείς να πονάς για μια χαμένη ζωή, μια προδοσία, ένα όνειρο που δεν πραγματοποιήθηκε, προτού οι άλλοι αρχίσουν να δυσανασχετούν με τη θλίψη σου;

Υπάρχει μια σκληρότητα κρυμμένη πίσω από τη φράση «πρέπει να προχωρήσεις», όταν αυτή λέγεται όχι από ενδιαφέρον για εκείνον που υποφέρει, αλλά από την αδυναμία μας να χωρέσουμε τον πόνο του και να παραμείνουμε κοντά του.

Ίσως δεν αντέχουμε τη θλίψη του άλλου επειδή μας θυμίζει τη δική μας ευαλωτότητα.

Επειδή καταρρίπτει την υπέρτατη φαντασίωση ότι, αν οργανώσουμε σωστά τη ζωή μας, θα καταφέρουμε να αποφύγουμε την απώλεια, την αποτυχία, την εγκατάλειψη και τον θάνατο.

Ο θλιμμένος άνθρωπος γίνεται τότε ένας ανεπιθύμητος μάρτυρας της ανθρώπινης πραγματικότητας. Καθρεφτίζει τον μεγαλύτερο φόβο μας: ότι δεν ελέγχουμε τα πάντα.

Και αυτή η υπενθύμιση είναι συχνά πιο αβάσταχτη από την ίδια τη θλίψη.

Υπάρχει, τέλος, και μια ακόμη διάσταση. Η εμπορευματοποίηση της ευτυχίας.

Μια ολόκληρη αγορά υπόσχεται να μας διδάξει πώς θα αισθανόμαστε καλύτερα, πώς θα σκεφτόμαστε σωστά, πώς θα αποκτήσουμε την ιδανική εκδοχή του εαυτού μας.

Η ανθρώπινη δυσφορία γίνεται καταναλωτική ανάγκη. Και η λύση παρουσιάζεται συχνά ως ένα ακόμη προϊόν, μια ακόμη μέθοδος, ένα ακόμη πρόγραμμα αυτοβελτίωσης.

Το παράδοξο είναι ότι όσο περισσότερο πειθόμαστε πως οφείλουμε να είμαστε ευτυχισμένοι, τόσο πιο εύκολα μπορούμε να αισθανθούμε ανεπαρκείς όταν δεν είμαστε.

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος.

Η δυστυχία γεννά την ανάγκη να αποκτήσουμε την ευτυχία. Η αδυναμία να τη διατηρήσουμε γεννά ενοχή. Και η ενοχή μάς οδηγεί να αναζητήσουμε μια νέα υπόσχεση σωτηρίας στην αγορά της ευδαιμονίας.

Ίσως, λοιπόν, χρειάζεται να επανεξετάσουμε ριζικά τι εννοούμε όταν μιλάμε για ψυχική υγεία.

Ένας ψυχικά υγιής άνθρωπος δεν είναι εκείνος που χαμογελά αδιάκοπα, ούτε εκείνος που έχει εξαλείψει από τη ζωή του κάθε δυσάρεστο συναίσθημα. Μια τέτοια απαίτηση θα ισοδυναμούσε με μια ιδιότυπη ψυχική λοβοτομή, με τον ακρωτηριασμό ολόκληρων περιοχών της συναισθηματικής μας ύπαρξης.

Είναι ένας άνθρωπος που μπορεί να αναγνωρίζει την εμπειρία του, να αναζητά βοήθεια όταν τη χρειάζεται, να επεξεργάζεται τις συγκρούσεις του, να διαπραγματεύεται τις σχέσεις του και να διατηρεί την ικανότητα να ζει, να αγαπά, να δημιουργεί και να νοηματοδοτεί την ύπαρξή του.

Και αυτό περιλαμβάνει αναπόφευκτα και τις σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης εμπειρίας.

Ίσως η πραγματική χειραφέτηση να αρχίζει από μια φαινομενικά απλή αλλά βαθιά ανατρεπτική πράξη: να αποδεχόμαστε και τη σκιώδη πλευρά μας, εκείνη που δεν χωρά στις καλοφωτισμένες εικόνες της κοινωνικής μας παρουσίας.

Να μπορούμε να πούμε σήμερα είμαι θλιμμένος χωρίς να αισθανθούμε ελαττωματικοί.

Να μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι μια περίοδος της ζωής μας είναι δύσκολη χωρίς να υποχρεωθούμε να την παρουσιάσουμε ως ευκαιρία προσωπικής ανάπτυξης.

Να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να μην είναι διαρκώς ένα επιτυχημένο έργο αυτοβελτίωσης.

Γιατί ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε για να αποτελεί μια αδιάκοπη επίδειξη ψυχικής ευφορίας.

Γεννήθηκε με την ικανότητα να αισθάνεται ολόκληρο το φάσμα της ύπαρξης.

Και ίσως το πιο επαναστατικό δικαίωμα που χρειάζεται να υπερασπιστούμε σήμερα να είναι αυτό:

Το δικαίωμα να μην είμαστε ευτυχισμένοι, χωρίς να χρειάζεται να απολογηθούμε γι’ αυτό.

Όχι επειδή παραιτηθήκαμε από τη ζωή ή επειδή πάψαμε να πιστεύουμε σε αυτήν.

Αλλά επειδή αρνούμαστε να ακρωτηριάσουμε την ανθρώπινη εμπειρία μας για να χωρέσει σε ένα υποχρεωτικό χαμόγελο.