Όρια: πού τελειώνω εγώ και πού αρχίζει ο άλλος

Τα όρια είναι μία από τις πιο συχνά χρησιμοποιούμενες έννοιες της σύγχρονης ψυχολογικής γλώσσας και ταυτόχρονα μία από τις πιο παρεξηγημένες. Συχνά παρουσιάζονται σαν μια απλή ικανότητα να λέμε «όχι» όταν κάτι δεν θέλουμε. Όχι μόνο αυτό δεν είναι εύκολο, ιδιαίτερα αν έχουμε εκπαιδευτεί να είμαστε «καλά παιδιά», αλλά στην πραγματικότητα τα ψυχικά όρια αφορούν κάτι πολύ βαθύτερο: την ικανότητα να παραμένουμε συνδεδεμένοι με έναν άνθρωπο χωρίς να χάνουμε την αίσθηση του εαυτού μας.

Ένας σημαντικός θεωρητικός που μας βοηθά να κατανοήσουμε αυτή τη διαδικασία είναι ο Murray Bowen, ψυχίατρος και θεμελιωτής της οικογενειακής συστημικής θεωρίας. Ο Bowen χρησιμοποίησε την έννοια της «διαφοροποίησης του εαυτού» για να περιγράψει, μεταξύ άλλων, την ικανότητα ενός ανθρώπου να διατηρεί τη δική του σκέψη, τις αξίες και τη συναισθηματική του θέση ενώ παραμένει σε σχέση με τους άλλους. Η διαφοροποίηση δεν σημαίνει απομάκρυνση ή αδιαφορία για τους σημαντικούς ανθρώπους της ζωής μας. Σημαίνει ότι μπορώ να είμαι κοντά σου χωρίς να χρειάζεται να αφήσω εμένα και να γίνω εσύ.

Τι συμβαίνει όμως όταν τα όρια δυσκολεύονται;

Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει μάθει ότι για να διατηρήσει μια σχέση πρέπει να προσαρμόζεται συνεχώς στις ανάγκες του άλλου. Να αποφεύγει οποιαδήποτε σύγκρουση, να φροντίζει τις ανάγκες των άλλων πριν από τις δικές του, να συμφωνεί όταν στην πραγματικότητα διαφωνεί ή να αισθάνεται υπεύθυνος για το συναίσθημα του ανθρώπου απέναντί του. Έτσι, το «όχι» δεν βιώνεται ως μια φυσιολογική διαφοροποίηση αλλά ως κίνδυνος: αν αρνηθώ, μπορεί να θυμώσεις μαζί μου, αν διαφωνήσω, μπορεί να απομακρυνθείς ή να με απορρίψεις, αν ζητήσω κάτι για εμένα, μπορεί να θεωρηθώ εγωιστής ή ότι έχω ακόρεστες ανάγκες. Με λίγα λόγια, οτιδήποτε έχει να κάνει με τις δικές του ανάγκες περνά μέσα από ένα λάθος κόσκινο: εσύ, όχι εγώ.

Η ψυχολόγος Dana Crowley Jack χρησιμοποίησε την έννοια του silencing the self για να περιγράψει ένα σχεσιακό μοτίβο στο οποίο το άτομο καταστέλλει σκέψεις, ανάγκες και συναισθήματα προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση και να διατηρήσει έναν σημαντικό δεσμό. Η σχετική βιβλιογραφία έχει συνδέσει το self-silencing, ιδιαίτερα στις γυναίκες όπου έχει μελετηθεί περισσότερο, με προβλήματα ψυχικής υγείας όπως η κατάθλιψη. Και εδώ δεν μπορούμε να αγνοήσουμε κάτι σημαντικό: για πάρα πολλά χρόνια η γυναίκα δεν είχε το δικαίωμα να μιλήσει ελεύθερα, να εκφράσει τη γνώμη και τις ανάγκες της. Έμαθε ότι η ανάγκη της όχι μόνο μπορεί να μην ικανοποιηθεί, αλλά ότι η έκφρασή της μπορεί ακόμη και να την εκθέσει σε κίνδυνο. Έτσι, πολλές φορές, όσα δεν μπορούν να εκφραστούν προς τα έξω στρέφονται προς τα μέσα.

Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε υποχώρηση είναι παθολογική. Οι ανθρώπινες σχέσεις χρειάζονται προσαρμογή, αμοιβαιότητα και κάποιες φορές υποχώρηση. Το κρίσιμο ερώτημα είναι διαφορετικό: προσαρμόζομαι επειδή το επιλέγω ή επειδή φοβάμαι τι θα συμβεί αν εκφράσω τον πραγματικό μου εαυτό;

Υπάρχει όμως και η αντίθετη πλευρά. Τα πολύ άκαμπτα όρια δεν αποτελούν κατ’ ανάγκη ένδειξη ψυχικής υγείας. Ένας άνθρωπος μπορεί να προστατεύεται τόσο έντονα από την πιθανότητα εισβολής, εξάρτησης ή απογοήτευσης, ώστε να δυσκολεύεται ακόμη και να δεχθεί φροντίδα, να ζητήσει ψυχική συμπαράσταση ή να επιτρέψει την πραγματική εγγύτητα. Το υγιές όριο, επομένως, δεν είναι άκαμπτο. Είναι περισσότερο μια ευέλικτη γραμμή που επιτρέπει ταυτόχρονα τη σύνδεση και την αυτονομία.

Αυτό εξηγεί και γιατί η τοποθέτηση νέων ορίων συχνά συνοδεύεται από ενοχή. Όταν κάποιος έχει οργανώσει μεγάλο μέρος των σχέσεών του γύρω από την εκμηδένιση της προσωπικότητάς του και την υπερπροσφορά στις ανάγκες των άλλων, η αλλαγή μπορεί αρχικά να βιώνεται σαν παραβίαση ενός παλιού, άγραφου κανόνα. Η ενοχή λοιπόν δεν αποδεικνύει απαραίτητα ότι κάναμε κάτι λάθος. Μπορεί να σημαίνει ότι παραβιάσαμε εκείνους τους παλιούς κανόνες και κάναμε κάτι καινούργιο και, τελικά, πιο δίκαιο όχι μόνο για εμάς αλλά και για τη διατήρηση μιας υγιούς σχέσης.

Η θεραπεία δεν μαθαίνει απλώς στον άνθρωπο να λέει περισσότερα «όχι», έτσι απλά και χωρίς νόημα. Τον βοηθά να αναγνωρίσει τι είναι δικό του και τι ανήκει στον άλλον: ποια ανάγκη, ποια ευθύνη, ποιος φόβος, ποια επιθυμία. Να μπορεί να αντέχει τη διαφωνία χωρίς να αισθάνεται ότι χάνει τη σχέση και να βιώνει την εγγύτητα χωρίς να αισθάνεται ότι χάνει τον εαυτό του.

Αυτή η γνώση είναι που του δίνει τη δύναμη να λέει «όχι» και, πάνω απ’ όλα, να γνωρίζει γιατί το λέει. Γιατί έτσι το «όχι» αποκτά σκελετό. Δεν είναι μια λέξη που έμαθε να επαναλαμβάνει επειδή του είπαν ότι πρέπει να βάζει όρια. Είναι η έκφραση μιας βαθύτερης γνώσης του εαυτού του: ξέρω τι χρειάζομαι, ξέρω τι μπορώ να δώσω, ξέρω τι δεν μπορώ να δεχθώ.

Και όταν ο άνθρωπος αρχίζει να αντιλαμβάνεται την αξία αυτών των ορίων, μπορεί πλέον όχι μόνο να τα υπερασπιστεί, αλλά και να τα συντηρήσει στον χρόνο. Γιατί το πραγματικό όριο  λέει κάτι πολύ ουσιαστικό: Μπορώ να είμαι μαζί σου χωρίς να χρειάζεται να εγκαταλείψω εμένα για να σε κρατήσω.