Όταν η φροντίδα γίνεται αυτοεγκατάλειψη

People pleasing, όρια, φόβος απόρριψης και ενοχή

Η φροντίδα είναι ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία των ανθρώπινων σχέσεων. Η ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε τις ανάγκες του άλλου, να προσφέρουμε, να υποχωρούμε κάποιες φορές και να προσαρμοζόμαστε είναι απαραίτητη για να μπορέσει μια σχέση να υπάρξει. Υπάρχει όμως ένα σημείο όπου η φροντίδα παύει να αποτελεί ελεύθερη προσφορά και αρχίζει να μετατρέπεται σε έναν αγώνα για τη διατήρηση της σχέσης. Τότε δεν δίνω επειδή πραγματικά θέλω να δώσω, αλλά επειδή φοβάμαι τι μπορεί να συμβεί αν σταματήσω να δίνω.

Ο όρος people pleasing χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει την έντονη ανάγκη κάποιου να ικανοποιεί τους άλλους, να αποφεύγει τη δυσαρέσκειά τους και να επιδιώκει την αποδοχή τους, ακόμη και όταν το προσωπικό κόστος είναι μεγάλο. Δεν αποτελεί από μόνος του ψυχιατρική διάγνωση και δεν είναι απλώς ένα χαρακτηριστικό του «πολύ καλού ανθρώπου». Πίσω από αυτή τη συμπεριφορά μπορεί να υπάρχουν διαφορετικές ψυχολογικές διαδρομές. Για κάποιους ανθρώπους συνδέεται με τον φόβο της απόρριψης, για άλλους με την ανάγκη αποφυγής της σύγκρουσης, με χαμηλή αυτοεκτίμηση ή με βαθιά εδραιωμένες πεποιθήσεις γύρω από το τι πρέπει να κάνουν για να αξίζουν την αγάπη και να διατηρήσουν μια σχέση.

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο άνθρωπος που λειτουργεί έτσι συχνά δεν αισθάνεται ότι εγκαταλείπει τον εαυτό του. Αισθάνεται ότι φροντίζει. Λέει «δεν πειράζει», ενώ πειράζει. Λέει «όπως θέλεις εσύ», ενώ γνωρίζει πολύ καλά τι θα ήθελε ο ίδιος. Αναλαμβάνει κάτι ενώ είναι ήδη εξαντλημένος, ακούει ενώ δεν έχει άλλο ψυχικό χώρο, συγχωρεί πριν ακόμη προλάβει να επεξεργαστεί αυτό που τον πλήγωσε και πολλές φορές δικαιολογεί τη συμπεριφορά του άλλου πριν επιτρέψει στον εαυτό του να αισθανθεί θυμό γι’ αυτήν. Σιγά σιγά η προσαρμογή στις καταστάσεις που δημιουργούνται γίνεται τόσο αυτόματη, ώστε μπορεί να δυσκολεύεται ακόμη και να αναγνωρίσει τι πραγματικά θέλει, τι τον δυσκολεύει και τι δεν αντέχει πια.

Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο επώδυνα στοιχεία της αυτοεγκατάλειψης. Δεν σημαίνει μόνο ότι βάζω συνεχώς τον άλλον πρώτο. Σημαίνει ότι με τον καιρό χάνω την επαφή με τα δικά μου εσωτερικά σήματα: την κούραση, τον θυμό, τη δυσφορία, την επιθυμία, την ανάγκη για απόσταση. Αν έχω μάθει να παρακολουθώ συνεχώς τι χρειάζονται οι άλλοι, μπορεί να γίνω εξαιρετικά ικανός στο να «διαβάζω» το δωμάτιο και ταυτόχρονα όλο και λιγότερο ικανός στο να διαβάζω τον εαυτό μου.

Η θεωρία της προσκόλλησης, που θεμελιώθηκε στο έργο του John Bowlby και αναπτύχθηκε στη συνέχεια από πολλούς ερευνητές, μας προσφέρει ένα χρήσιμο πλαίσιο για να κατανοήσουμε ορισμένες από αυτές τις συμπεριφορές. Οι πρώιμες σχέσεις δεν καθορίζουν απόλυτα το ποιοι θα γίνουμε, μπορούν όμως να συμβάλουν στη διαμόρφωση προσδοκιών γύρω από την εγγύτητα, τη διαθεσιμότητα του άλλου και την ασφάλεια μέσα στη σχέση. Όταν η σύνδεση βιώνεται ως αβέβαιη, η πιθανότητα απομάκρυνσης του σημαντικού άλλου μπορεί να αποκτήσει πολύ μεγάλη συναισθηματική βαρύτητα. Στην ενήλικη ζωή αυτό μπορεί, σε ορισμένους ανθρώπους, να εμφανίζεται ως υπερβολική προσαρμογή στις ανάγκες του άλλου, συνεχής αναζήτηση επιβεβαίωσης ή μεγάλη δυσκολία να εκφράσουν κάτι που ενδέχεται να δυσαρεστήσει τον σύντροφο, τον φίλο ή οποιονδήποτε σημαντικό άνθρωπο της ζωής τους.

Έτσι δημιουργείται ένα οδυνηρό παράδοξο. Προκειμένου να μη χάσω τη σχέση, αρχίζω να χάνω εμένα μέσα στη σχέση. Δεν λέω τι με ενοχλεί γιατί φοβάμαι τη σύγκρουση. Δεν ζητώ αυτό που χρειάζομαι γιατί φοβάμαι μήπως θεωρηθώ απαιτητικός. Δεν αρνούμαι γιατί φοβάμαι ότι ο άλλος θα απομακρυνθεί. Και όσο περισσότερο προσπαθώ να εξασφαλίσω την αγάπη μέσα από την προσαρμογή, τόσο λιγότερο επιτρέπω στον άλλον να συναντήσει τον πραγματικό μου εαυτό.

Κάπου εδώ μπορεί να έχει ήδη συντελεστεί η μεγαλύτερη εγκατάλειψη: στην προσπάθειά σου να μη σε εγκαταλείψει ο άλλος, εγκατέλειψες εσύ τον εαυτό σου. Και αυτό δεν επηρεάζει μόνο εσένα αλλά και την ίδια τη σχέση. Φαινομενικά δεν αρνείσαι τίποτα στον σημαντικό άλλο, δεν δημιουργείς προβλήματα, είσαι διαθέσιμος και συγκαταβατικός. Μέσα όμως σε τόση συγκατάβαση έχεις σταδιακά πάψει να είσαι σημαντικός εσύ. Η σχέση αρχίζει να οργανώνεται γύρω από τις ανάγκες του ενός, ενώ οι ανάγκες του άλλου παραμένουν αόρατες, πολλές φορές επειδή ο ίδιος έμαθε να τις κρύβει.

Μια σχέση στην οποία δεν μπορώ να διαφωνήσω, να θυμώσω, να κουραστώ, να αρνηθώ ή να ζητήσω δεν είναι απαραίτητα μια σχέση χωρίς συγκρούσεις. Μπορεί να είναι μια σχέση στην οποία η σύγκρουση έχει μεταφερθεί μέσα μου. Εξωτερικά υπάρχει ηρεμία, αλλά εσωτερικά συσσωρεύονται θυμός, εξάντληση, παράπονο και συχνά μια αίσθηση ότι οι άλλοι «με θεωρούν δεδομένο». Ο άλλος όμως μπορεί να μην έχει αντιληφθεί ποτέ πόσες φορές συμφώνησα ενώ ήθελα να αρνηθώ, ακριβώς επειδή δεν του το έδειξα. Με έναν παράδοξο τρόπο, λοιπόν, το people pleasing δεν κρύβει μόνο εμένα από εμένα. Κρύβει ένα σημαντικό μέρος μου και από τον άνθρωπο με τον οποίο σχετίζομαι.

Εδώ συναντάμε το ζήτημα των ορίων. Τα όρια πολλές φορές παρουσιάζονται σαν μια απλή τεχνική: «μάθε να λες όχι». Στην πραγματικότητα είναι ένα πολύ βαθύτερο ψυχολογικό ζήτημα. Για να μπορέσω να θέσω ένα όριο, πρέπει πρώτα να πιστέψω ότι έχω δικαίωμα να έχω διαφορετική ανάγκη από τον άλλον και ότι η διαφορετικότητά μου δεν αποτελεί απειλή για τη σχέση. Πρέπει επίσης να μπορώ να αντέξω κάτι που για έναν άνθρωπο με έντονη ανάγκη αποδοχής είναι εξαιρετικά δύσκολο: το ενδεχόμενο ο άλλος να δυσαρεστηθεί μαζί μου.

Το όριο δεν εγγυάται ότι κανείς δεν θα θυμώσει. Αν πω όχι, κάποιος μπορεί πράγματι να απογοητευτεί. Αν σταματήσω να αναλαμβάνω πράγματα που αναλάμβανα επί χρόνια, κάποιοι άνθρωποι μπορεί να αντιδράσουν. Αν αλλάξω τον τρόπο με τον οποίο λειτουργώ σε μια σχέση, αλλάζει αναγκαστικά και η ισορροπία της. Ιδιαίτερα όταν μια σχέση έχει οργανωθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα γύρω από τη δική μου υποχώρηση, η εμφάνιση των ορίων μου μπορεί αρχικά να βιωθεί από τον άλλον σαν αλλαγή των «κανόνων». Η ψυχολογική εργασία επομένως δεν αφορά μόνο την εκμάθηση της λέξης «όχι». Αφορά την ανάπτυξη της ικανότητας να αντέχω τη δυσφορία που μπορεί να ακολουθήσει χωρίς να τρέχω αμέσως να ακυρώσω το όριό μου.

Και τότε εμφανίζεται συχνά η ενοχή. Ένας άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει λογικά ότι δικαιούται να ξεκουραστεί και παρ’ όλα αυτά να αισθάνεται άσχημα όταν δεν είναι διαθέσιμος. Μπορεί να ξέρει ότι ένα αίτημα είναι υπερβολικό και όμως να βασανίζεται όταν το αρνείται. Αυτή η ενοχή δεν αποδεικνύει απαραίτητα ότι έκανε κάτι κακό. Μερικές φορές εμφανίζεται ακριβώς επειδή έκανε κάτι καινούργιο. Παραβίασε έναν παλιό εσωτερικό κανόνα που μπορεί να έλεγε ότι πρέπει να είμαι πάντα διαθέσιμος, να μη στενοχωρώ κανέναν, να μη δημιουργώ προβλήματα, να είμαι χρήσιμος ή να φροντίζω πρώτα τους άλλους.

Γι’ αυτό είναι σημαντικό να διακρίνουμε την ενοχή που προκύπτει όταν πραγματικά έχουμε βλάψει κάποιον από την ενοχή που εμφανίζεται επειδή προστατεύσαμε ένα προσωπικό μας όριο. Η πρώτη μπορεί να μας οδηγήσει στην ανάληψη ευθύνης και στην αποκατάσταση. Η δεύτερη χρειάζεται συχνά να γίνει ανεκτή μέχρι ο ψυχισμός να αρχίσει να μαθαίνει κάτι καινούργιο: ότι μπορώ να δυσαρεστήσω κάποιον χωρίς να σημαίνει ότι τον αδικώ, ότι μπορώ να προστατεύσω τον εαυτό μου χωρίς να εγκαταλείπω τον άλλον και ότι η αγάπη δεν αποδεικνύεται μέσα από τη μόνιμη αυτοθυσία.

Υπάρχει επίσης μια πλευρά του people pleasing για την οποία μιλάμε λιγότερο: ο θυμός. Όταν κάποιος δίνει συνεχώς περισσότερα από όσα πραγματικά θέλει να δώσει, αργά ή γρήγορα μπορεί να αρχίσει να θυμώνει με εκείνους στους οποίους τα προσφέρει. «Εγώ κάνω τα πάντα για όλους και κανείς δεν κάνει τίποτα για μένα». Το συναίσθημα είναι πραγματικό και αξίζει να ακουστεί. Ταυτόχρονα, η θεραπευτική διερεύνηση χρειάζεται κάποια στιγμή να στραφεί και προς μια δύσκολη ερώτηση: πόσα από αυτά που προσέφερα μου ζητήθηκαν πραγματικά και πόσα τα πρόσφερα επειδή δεν μπορούσα να αντέξω την πιθανότητα να μην είμαι απαραίτητος, χρήσιμος ή αρεστός;

Η ερώτηση αυτή δεν αποσκοπεί στην ενοχοποίηση. Αντίθετα, επιστρέφει στον άνθρωπο κάτι πολύ σημαντικό: την προσωπική του δύναμη. Αν θεωρώ ότι οι άλλοι απλώς «με κάνουν» να δίνω, παραμένω εγκλωβισμένος σε έναν ρόλο όπου δεν έχω καμία δυνατότητα αλλαγής. Όταν όμως αρχίζω να αναγνωρίζω τη δική μου συμμετοχή στο μοτίβο, μπορώ σταδιακά και να το αλλάξω. Μπορώ να αρχίσω να αναρωτιέμαι πριν προσφέρω: το θέλω πραγματικά ή φοβάμαι τι θα συμβεί αν δεν το κάνω; Προσφέρω από αγάπη ή προσπαθώ μέσα από την προσφορά να εξασφαλίσω ότι ο άλλος θα συνεχίσει να με χρειάζεται;

Η αλλαγή, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι από ένας άνθρωπος που φροντίζει θα πρέπει να μετατραπώ σε έναν άνθρωπο που αδιαφορεί. Ούτε ότι κάθε συμβιβασμός αποτελεί αυτοεγκατάλειψη. Οι υγιείς σχέσεις περιλαμβάνουν αμοιβαίες προσαρμογές. Υπάρχουν φορές που επιλέγουμε συνειδητά να βάλουμε για λίγο την ανάγκη κάποιου άλλου μπροστά από τη δική μας, επειδή τον αγαπάμε και επειδή μπορούμε να το κάνουμε. Η κρίσιμη διαφορά βρίσκεται στην ελευθερία της επιλογής. Άλλο «θέλω να σου δώσω» και άλλο «πρέπει να σου δώσω για να μη φύγεις». Άλλο «σήμερα επιλέγω να υποχωρήσω» και άλλο «δεν τολμώ ποτέ να μη συμφωνήσω».

Στην ψυχοθεραπεία, η έξοδος από αυτό το μοτίβο μπορεί να είναι μια σταδιακή διαδικασία επανασύνδεσης με τον εαυτό. Ο άνθρωπος αρχίζει να παρατηρεί τι αισθάνεται πριν απαντήσει αυτόματα «ναι», να αναγνωρίζει πότε το σώμα του δείχνει κόπωση ή ένταση, να εξετάζει τι φοβάται ότι θα συμβεί αν αρνηθεί και να διαχωρίζει την πραγματική ευθύνη από την ευθύνη που έχει μάθει να αναλαμβάνει για τα συναισθήματα όλων γύρω του. Μαθαίνει ότι μπορεί να νοιάζεται για τη στενοχώρια του άλλου χωρίς να θεωρεί ότι είναι υποχρεωμένος να την εξαφανίσει. Μαθαίνει επίσης να παραμένει μέσα στη σχέση ακόμη και όταν υπάρχει διαφωνία, χωρίς να βιώνει κάθε σύγκρουση ως προμήνυμα εγκατάλειψης.

Ίσως τελικά το αντίθετο της αυτοεγκατάλειψης να μην είναι ο εγωισμός, αλλά η παρουσία. Να μπορώ να είμαι παρών στη σχέση ολόκληρος, με την αγάπη και τη φροντίδα μου, αλλά και με τις ανάγκες, τις διαφωνίες, τα όρια και τις επιθυμίες μου. Να μη χρειάζεται να μικραίνω τον εαυτό μου για να χωρέσω στη ζωή κάποιου άλλου.

Γιατί μια σχέση δεν γίνεται πραγματικά ασφαλής όταν κάνω τα πάντα για να μη φύγει ο άλλος. Γίνεται ασφαλέστερη όταν μπορώ να υπάρχω μέσα σε αυτήν χωρίς να χρειάζεται να φύγω εγώ από τον ίδιο μου τον εαυτό.

Shakila Ιωάννα Μπράτη

Ψυχοθεραπεύτρια