Υπάρχουν παραστάσεις που τελειώνουν με το τελευταίο χειροκρότημα. Και υπάρχουν εκείνες που επιστρέφουν μαζί σου στο σπίτι και συνεχίζουν να μένουν στο μυαλό σου, να γεννούν σκέψεις και να συνομιλούν μαζί σου για ημέρες. Οι «Βάκχες» ήταν για μένα μία από αυτές.
Σίγουρα, η σκηνοθεσία ήταν πολύ ενδιαφέρουσα και οι ερμηνείες δυνατές. Εκείνο όμως που ένιωσα ως πραγματικά αναπάντεχο ήταν η συνάντηση του αρχαίου δράματος με τους The Tiger Lillies, το βρετανικό συγκρότημα που εδώ και δεκαετίες δημιουργεί έναν ιδιαίτερο μουσικό κόσμο. Όμως, τίποτα από όλα αυτά δεν έμοιαζε ξένο προς τον κόσμο του Ευριπίδη. Αντίθετα, ήταν σαν οι The Tiger Lillies να είχαν βγει μέσα από το ίδιο το Διονυσιακό όνειρο.
Ένα έργο 2.400 ετών που μιλά για τον σημερινό άνθρωπο
Οι περισσότεροι γνωρίζουμε τον Διόνυσο ως τον θεό του κρασιού. Αυτή όμως είναι ίσως η πιο επιφανειακή και απλοϊκή περιγραφή του.
Για τους αρχαίους Έλληνες, ο Διόνυσος ήταν ο θεός της ζωής που ξεχειλίζει. Της έκστασης και της τρέλας που μπορεί να γεννηθεί μέσα από αυτήν. Του χορού, της δημιουργίας, του θεάτρου, της γονιμότητας και της μεταμόρφωσης.
Για μένα, είναι ένας ιδιαίτερος θεός. Δεν έρχεται για να μας καθησυχάσει ούτε για να μας επιβεβαιώσει. Είναι ένας θεός που μας αναγκάζει να δούμε τα πιο σκοτεινά και ακατέργαστα κομμάτια μας. Σπάει τους κανόνες που έχουμε επιβάλει στον εαυτό μας, διαλύει τις βεβαιότητές μας και φέρνει στην επιφάνεια ό,τι επιχειρήσαμε να κρατήσουμε ελεγχόμενο.
Αυτή η συνάντηση μπορεί να γίνει μια μεγάλη ευκαιρία μεταμόρφωσης. Μπορεί όμως να οδηγήσει και σε κατάρρευση.
Ίσως η διαφορά ανάμεσα στα δύο να βρίσκεται στην επίγνωση. Στο κατά πόσο μπορούμε να συναντήσουμε τις βαθύτερες δυνάμεις της ψυχής μας χωρίς ούτε να τις αρνηθούμε ούτε να παραδοθούμε ολοκληρωτικά σε αυτές.
Ο μύθος του Διονύσου
Για να κατανοήσουμε βαθύτερα τις «Βάκχες», χρειάζεται πρώτα να γνωρίσουμε τον ίδιο τον Διόνυσο. Όχι μόνο όπως εμφανίζεται στην κλασική ελληνική μυθολογία, αλλά και μέσα από την ορφική παράδοση, όπου αποκτά έναν ακόμη βαθύτερο συμβολισμό.
Στην ορφική παράδοση, ο Ζαγρεύς ήταν ο πρώτος Διόνυσος, γιος του Δία και της Περσεφόνης. Ο Δίας τον προόριζε να γίνει διάδοχός του, γεγονός που προκάλεσε τη ζήλια της Ήρας. Εκείνη έστειλε τους Τιτάνες για να τον εξοντώσουν.
Οι Τιτάνες πλησίασαν το θεϊκό παιδί κρατώντας παιχνίδια και λαμπερά αντικείμενα, όπως έναν καθρέφτη, μια σβούρα και αστραγάλους, για να αποσπάσουν την προσοχή του. Όταν εκείνος παρασύρθηκε, τον συνέλαβαν, τον διαμέλισαν και καταβρόχθισαν το σώμα του.
Σύμφωνα με την παράδοση, η Αθηνά κατάφερε να σώσει την καρδιά του Ζαγρέα πριν εκείνος χαθεί ολοκληρωτικά και την παρέδωσε στον Δία. Από αυτήν την καρδιά ο Διόνυσος γεννήθηκε ξανά. Έτσι, ο Ζαγρεύς έγινε σύμβολο του θανάτου, της αναγέννησης και της αδιάκοπης συνέχειας της ζωής.
Ο Δίας, οργισμένος από το έγκλημα των Τιτάνων, τους κεραυνοβόλησε. Από τις στάχτες τους, μέσα στις οποίες είχε ενσωματωθεί και η θεϊκή ουσία του Ζαγρέα, δημιουργήθηκε το ανθρώπινο γένος. Γι’ αυτό, σύμφωνα με την ορφική διδασκαλία, κάθε άνθρωπος φέρει μέσα του δύο φύσεις την τιτανική, η οποία συνδέεται με τις αδυναμίες, την ωμότητα και τα ανεπεξέργαστα ένστικτα, και τη διονυσιακή, τη θεϊκή σπίθα που αναζητά την εξέλιξη και την επανασύνδεση με το θείο.
Ο μύθος αυτός δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη ιστορία θεών. Βρίσκεται στον πυρήνα της ορφικής διδασκαλίας και γίνεται ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα της μεταμόρφωσης. Μας λέει ότι ακόμη και μέσα από τη μεγαλύτερη διάλυση μπορεί να διασωθεί η ουσία της ύπαρξης και να γεννηθεί μια νέα μορφή ζωής.
Η Αθηνά, σώζοντας την καρδιά του Ζαγρέα, μπορεί να ιδωθεί ως η σοφία που προστατεύει τον άφθαρτο πυρήνα της ψυχής, εκείνο το κομμάτι που δεν καταστρέφεται ακόμη κι όταν όλα γύρω του έχουν διαλυθεί.
Στην κλασική ελληνική μυθολογία, βέβαια, ο Διόνυσος είναι γιος του Δία και της θνητής Σεμέλης. Η αφήγηση του Ζαγρέα, ως γιου του Δία και της Περσεφόνης, ανήκει στην ορφική παράδοση και αποτελεί μια διαφορετική εκδοχή του θεού. Και στις δύο εκδοχές, όμως, επανέρχεται το ίδιο μοτίβο: ο Διόνυσος είναι ο θεός που γεννιέται δύο φορές, που περνά μέσα από τον θάνατο και επιστρέφει στη ζωή.
Η επιστροφή στη Θήβα
Χρόνια αργότερα, ο Διόνυσος επιστρέφει στη Θήβα, τη γενέτειρά του, με σκοπό να αναγνωριστεί η θεϊκή του φύση και να αποκατασταθεί η τιμή της μητέρας του, της Σεμέλης.
Ο νέος βασιλιάς της Θήβας, ο Πενθέας, αρνείται να τον αναγνωρίσει. Γελοιοποιεί τη λατρεία του και θεωρεί ότι οι γυναίκες που τον ακολουθούν είναι διεφθαρμένες, παρασυρμένες από μια επικίνδυνη και ανήθικη δύναμη.
Προσπαθεί να απαγορεύσει τις τελετές, να φυλακίσει τους πιστούς και να ελέγξει οτιδήποτε συνδέεται με τη νέα λατρεία. Με λίγα λόγια, επιχειρεί να εξουδετερώσει την πίστη προς τον Διόνυσο, ακριβώς επειδή δεν μπορεί να την κατανοήσει και να την εντάξει στο δικό του πλαίσιο τάξης.
Και εκεί ακριβώς αρχίζει η τραγωδία.
Οι Μαινάδες και η θεϊκή έκσταση
Οι γυναίκες εγκαταλείπουν την πόλη και ανεβαίνουν στο όρος Κιθαιρώνα. Χορεύουν, τραγουδούν και εισέρχονται σταδιακά στη διονυσιακή έκσταση, μέχρι που αυτή τις καταλαμβάνει ολοκληρωτικά και μετατρέπεται σε μανία.
Είναι η στιγμή κατά την οποία οι γυναίκες δεν ακολουθούν απλώς τον θεό. Ενσαρκώνουν τις ιδιότητές του. Γίνονται φορείς μιας αρχέγονης δύναμης που ξεπερνά τα όρια της συνηθισμένης τους ταυτότητας.
Ο Πενθέας θέλει να κατασκοπεύσει τις Μαινάδες. Ο Διόνυσος, γνωρίζοντας τη βαθύτερη περιέργεια που κρύβεται πίσω από την ηθική αυστηρότητα του βασιλιά, τον παρασύρει και τον πείθει να μεταμφιεστεί σε γυναίκα, ώστε να πλησιάσει χωρίς να γίνει αντιληπτός.
Όταν οι Μαινάδες τον βλέπουν, δεν αναγνωρίζουν τον βασιλιά. Μέσα στη μανία τους τον αντιλαμβάνονται ως άγριο θηρίο και τον διαμελίζουν. Πρώτη ανάμεσά τους βρίσκεται η ίδια του η μητέρα, η Αγαύη.
Η Αγαύη επιστρέφει στην πόλη θριαμβεύοντας, πιστεύοντας ότι κρατά ως τρόπαιο το κεφάλι ενός άγριου ζώου. Μόνο όταν η έκσταση υποχωρεί και η συνείδησή της επανέρχεται, αντιλαμβάνεται την αλήθεια, στα χέρια της κρατά το κεφάλι του ίδιου της του παιδιού.
Και κάπου εδώ τελειώνει ο μύθος.
Ή ίσως, καλύτερα, εδώ αρχίζει.
Γιατί από αυτό το σημείο και μετά ο Ευριπίδης δεν φαίνεται να μιλά μόνο για θεούς και ανθρώπους μιας μακρινής εποχής. Μιλά για τον άνθρωπο, για την ψυχή του και για τον αέναο εσωτερικό της αγώνα.
Ο αγώνας της ανθρώπινης ψυχής
Όπως υποστήριξε ο Carl Gustav Jung, η ανθρώπινη ψυχή δεν αποτελείται μόνο από το συνειδητό κομμάτι της. Κάτω από την περιοχή της συνείδησης υπάρχει ένας τεράστιος κόσμος γεμάτος ένστικτα, εικόνες, συναισθήματα, μνήμες, δημιουργικές δυνάμεις και αρχέτυπα.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι αυτός ο κόσμος υπάρχει. Το πρόβλημα αρχίζει όταν τον αρνούμαστε. Όταν παύουμε να τον αναγνωρίζουμε ως μέρος της φύσης μας και πιστεύουμε ότι μπορούμε να υπάρξουμε μόνο μέσα από τη λογική, τον έλεγχο και την κοινωνικά αποδεκτή εικόνα μας.
Ο Πενθέας είναι ένας βασιλιάς που αρνείται το σώμα. Δεν εμπιστεύεται το συναίσθημα, τον αυθορμητισμό ή οτιδήποτε εγκαταλείπει το ασφαλές πλαίσιο της λογικής. Αντιμετωπίζει καθετί Διονυσιακό ως απειλή, επειδή ακριβώς δεν μπορεί να το ελέγξει.
Ωστόσο, πίσω από την απόρριψή του κρύβεται και μια έντονη έλξη. Θέλει να δει τις Μαινάδες. Θέλει να πλησιάσει αυτό που καταδικάζει. Η περιέργειά του αποκαλύπτει ότι ο Διονυσιακός κόσμος δεν του είναι πραγματικά αδιάφορος. Είναι ένας κόσμος που τον φοβίζει, αλλά ταυτόχρονα τον γοητεύει.
Ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ψυχολογικά σημεία του έργου, πολλές φορές δεν πολεμάμε περισσότερο αυτό που δεν μας αφορά, αλλά εκείνο που αγγίζει κάτι βαθιά κρυμμένο μέσα μας.
Από την άλλη πλευρά, ο Διόνυσος συμβολίζει εκείνο που μπορεί να διαλυθεί και να αναδημιουργηθεί σε μια νέα μορφή. Είναι όλα όσα φοβάται η λογική, όταν επιθυμεί να υπάρχει μόνο τάξη και προβλεψιμότητα.
Αυτό που φαίνεται να φέρνει ο Διόνυσος, όμως, δεν είναι απλώς το χάος απέναντι στην τάξη. Είναι η υπενθύμιση ότι η τάξη και το χάος, για να παραμένουν δημιουργικά, χρειάζονται το ένα το άλλο. Η υπερβολική τάξη οδηγεί στη στασιμότητα και στη νέκρωση. Το ανεξέλεγκτο χάος οδηγεί στη διάλυση. Η ζωή γεννιέται από τη σχέση τους.
Πόσες φορές πιέσαμε μια σκέψη ή ένα συναίσθημα για να χωρέσουμε σε ένα λογικό πλαίσιο;
Πόσες φορές αρνηθήκαμε το σώμα μας, την επιθυμία μας ή τη δημιουργικότητά μας, επειδή δεν συμφωνούσαν με την εικόνα που είχαμε μάθει να παρουσιάζουμε;
Και πόσες φορές αυτό που προσπαθήσαμε να καταπιέσουμε επέστρεψε με μεγαλύτερη ένταση;
Μια φράση που συνδέεται συχνά με τη γιουνγκιανή σκέψη λέει ότι ο άνθρωπος δεν φωτίζεται φανταζόμενος μορφές φωτός, αλλά φέρνοντας το σκοτάδι στο συνειδητό.
Η Σκιά δεν περιλαμβάνει μόνο ό,τι θεωρούμε κακό, επιθετικό ή ντροπιαστικό μέσα μας. Περιλαμβάνει και όλα όσα δεν μας επιτράπηκε να ζήσουμε ή δεν επιτρέψαμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας.
Μπορεί να είναι ο θυμός, αλλά μπορεί να είναι και η δύναμη.
Μπορεί να είναι η σεξουαλικότητα, αλλά και η τρυφερότητα.
Μπορεί να είναι ο αυθορμητισμός, η χαρά, η δημιουργικότητα, η ανάγκη για παιχνίδι, η επιθυμία να εκφραστούμε ή να διεκδικήσουμε χώρο.
Το μόνο σίγουρο είναι πως ό,τι προσπαθούμε να ξεριζώσουμε από μέσα μας δεν εξαφανίζεται. Συχνά θεριεύει μέσα στο σκοτάδι και περιμένει τη στιγμή που θα μπορέσει να εκφραστεί, πολλές φορές με τρόπο πολύ πιο βίαιο από εκείνον που θα είχε, αν του είχαμε δώσει εξαρχής έναν συνειδητό και δημιουργικό χώρο.
Αυτό το βλέπουμε συμβολικά στο πρόσωπο της Αγαύης. Δεν ενεργεί πλέον μέσα από τον ρόλο της βασίλισσας ή της μητέρας. Η συνηθισμένη της ταυτότητα έχει καταλυθεί από την αρχέγονη δύναμη του Διονύσου. Έχει γίνει φορέας μιας ενέργειας πολύ μεγαλύτερης από την ίδια.
Με γιουνγκιανούς όρους, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια μορφή αρχετυπικής κατάληψης. Το Εγώ παύει να διατηρεί τη συνειδητή του θέση και το άτομο κατακλύζεται από μια ασυνείδητη δύναμη, με την οποία έχει ταυτιστεί ολοκληρωτικά.
Η Αγαύη δεν έχει πλέον την απόσταση που θα της επέτρεπε να γνωρίζει τι κάνει. Δεν μπορεί να διακρίνει τον γιο της από το θήραμα ούτε την πραγματικότητα από τη Διονυσιακή εικόνα που κυριαρχεί μέσα της.
Εδώ γίνεται φανερό τι μπορεί να συμβεί όταν οι ακραίες δυνάμεις της ψυχής κυριαρχούν χωρίς επίγνωση. Όταν ο άνθρωπος δεν συνομιλεί με το ασυνείδητό του, αλλά καταπίνεται από αυτό.
Η συγκεκριμένη ανάγνωση είναι συμβολική και δεν πρέπει να συγχέεται με μια σύγχρονη ψυχιατρική διάγνωση. Ο μύθος χρησιμοποιεί ακραίες εικόνες για να εκφράσει ψυχικές και υπαρξιακές αλήθειες. Δεν περιγράφει με κυριολεκτικό τρόπο μια ψυχική διαταραχή ούτε υποστηρίζει ότι κάθε έντονη συναισθηματική εμπειρία αποτελεί «αρχετυπική κατάληψη».
Ο Πενθέας και ο Διόνυσος μέσα στην ψυχοθεραπεία
Όταν εργαζόμαστε ψυχοθεραπευτικά, δεν επιδιώκουμε να κυριαρχήσει μέσα μας ούτε ο Πενθέας ούτε ο Διόνυσος.
Δεν θέλουμε να ζούμε μόνο μέσα από την αυστηρότητα, τον έλεγχο και την ανάγκη να παραμένουν τα πάντα προβλέψιμα και αμετακίνητα. Δεν θέλουμε όμως ούτε να παραδοθούμε άκριτα σε κάθε παρόρμηση, συναίσθημα ή ένστικτο.
Χρειάζεται να αναπτύξουμε τις δεξιότητες και τη συνειδητότητα που θα επιτρέψουν και στις δύο όψεις να έχουν χώρο και να ακουστούν.
Η ψυχοθεραπεία δεν μας ζητά να εξοντώσουμε τον εσωτερικό μας Διόνυσο. Μας βοηθά όμως να τον αναγνωρίσουμε, να ακούσουμε τι φέρνει και να δώσουμε δημιουργική μορφή στην ενέργειά του.
Δεν μας ζητά ούτε να καταστρέψουμε τον Πενθέα, γιατί η λογική, τα όρια και η δομή είναι απαραίτητα. Χωρίς αυτά, ο άνθρωπος μπορεί να χαθεί μέσα στο χάος των συναισθημάτων και των παρορμήσεων.
Γιατί ούτε η απόλυτη λογική σώζει τον άνθρωπο ούτε η απόλυτη παράδοση στο ένστικτο.
Η θεραπεία δεν είναι να νικήσει ο ένας τον άλλον.
Είναι να μπορέσουν να συνομιλήσουν.
Είναι να βρεθεί μια σχέση ανάμεσα στη συνείδηση και στο ασυνείδητο, στη λογική και στο συναίσθημα, στη δομή και στη ροή, στην τάξη και στο δημιουργικό χάος.
Ίσως τελικά ο Ευριπίδης να μη μας μιλούσε μόνο για έναν θεό.
Ίσως να μας μιλούσε για κάτι πολύ πιο οικείο, για εκείνο το κομμάτι του εαυτού μας που φοβόμαστε να γνωρίσουμε.
Για τα συναισθήματα που καταπιέζουμε.
Για τη δημιουργικότητα που αναβάλλουμε.
Για τη χαρά που θεωρούμε πολλές φορές υπερβολή ή πολυτέλεια.
Για τον αυθορμητισμό που μάθαμε να ντρεπόμαστε να εκφράσουμε.
Για το σώμα που μάθαμε να ελέγχουμε, αντί να το ακούμε.
Για την επιθυμία που καταδικάσαμε πριν ακόμη προσπαθήσουμε να την κατανοήσουμε.
Κάθε φορά που λέμε «αυτό δεν είμαι εγώ», ίσως ένα κομμάτι της ψυχής μας να περιμένει υπομονετικά στο δάσος του Κιθαιρώνα.
για να μας θυμίσει ότι δεν μπορούμε να γίνουμε ολόκληροι, αν συνεχίσουμε να ζούμε μόνο με το μισό μας πρόσωπο.
Οι The Tiger Lillies ως η μουσική φωνή του Διονύσου
Όσο για τους The Tiger Lillies, η μουσική τους είναι από μόνη της μια ιδιαίτερη εμπειρία. Κάνει το μυαλό να ξεβολεύεται και να αναζητά από πού έρχεται αυτό το άκουσμα. Δεν ξέρεις αν βρίσκεσαι σε καμπαρέ, σε τσίρκο, σε τελετουργία, σε εφιάλτη ή σε μια γιορτή που ανά πάσα στιγμή μπορεί να μεταμορφωθεί σε θρήνο.
Ίσως γι’ αυτό ταίριαξαν τόσο πολύ στον κόσμο των «Βακχών».
Η μουσική τους δεν λειτούργησε μόνο ως υπόκρουση, αλλά ως ενεργό δραματουργικό στοιχείο της παράστασης. Έδινε φωνή στο αλλόκοτο και γοητευτικό στοιχείο του Διονύσου.
Δεν μας άφηνε να παρακολουθήσουμε την τραγωδία από ασφαλή απόσταση. Μας τραβούσε μέσα στον κόσμο της, εκεί όπου το όμορφο συναντά το τρομακτικό, το ιερό το βέβηλο και η ζωή τον θάνατο.
Φεύγοντας από την παράσταση, δεν αναρωτήθηκα μόνο αν οι «Βάκχες» ήταν μια καλή θεατρική εμπειρία. Αναρωτήθηκα πόσο χώρο έχω αφήσει εγώ στον δικό μου Διόνυσο. Πόσες φορές προσπάθησα να είμαι μόνο λογική, μόνο δυνατή, μόνο σωστή. Και πόσες φορές αυτό που καταπίεζα περίμενε υπομονετικά να ακουστεί.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγάλο ερώτημα που αφήνει ο Ευριπίδης.
Όχι ποιος ήταν ο Διόνυσος.
Αλλά αν έχουμε το θάρρος να συναντήσουμε εκείνο το κομμάτι του εαυτού μας που είναι ο Διόνυσος.