Δεν είναι πάντα η εγκατάλειψη γεμάτη δράμα. Δεν συνοδεύεται απαραίτητα από χωρισμούς, βαλίτσες, προδοσίες ή μεγάλες συγκρούσεις. Υπάρχουν άνθρωποι που μένουν δίπλα σου για χρόνια και, παρ’ όλα αυτά, σε εγκαταλείπουν σταδιακά, αργά, σχεδόν αόρατα. Συνεχίζουν να κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι, να μοιράζονται την καθημερινότητα, να εμφανίζονται στις οικογενειακές στιγμές, όμως ψυχικά έχουν απομακρυνθεί. Και πολλές φορές αυτή η μορφή απουσίας πονά βαθύτερα από έναν οριστικό αποχωρισμό. Η σιωπηλή εγκατάλειψη είναι μία από τις πιο δύσκολες εμπειρίες μέσα στις σχέσεις, γιατί δεν έχει καθαρό όνομα και εικόνα. Ο άνθρωπος που τη βιώνει συχνά δεν μπορεί να εξηγήσει ακριβώς τι συμβαίνει. Νιώθει μόνος, αλλά δεν είναι και μόνος. Νιώθει ότι ο σύντροφός του λείπει, αλλά δεν μπορεί πάντα να το αποδείξει, γιατί πρακτικά είναι εκεί ως παρουσία αλλά όχι ως ψυχή. Υπάρχει μια αδιόρατη αίσθηση κενού. Σαν η σχέση να έχασε τη ζωντανή της ενέργεια και να απέμεινε μόνο η μορφή της. Ο ψυχολόγος Carl Rogers πίστευε ότι ο άνθρωπος έχει βαθιά ανάγκη να νιώθει ότι τον ακούν και τον βλέπουν αυθεντικά. Όχι απλώς να βρίσκεται δίπλα σε κάποιον, αλλά να υπάρχει πραγματική συναισθηματική παρουσία. Όταν αυτή η παρουσία χαθεί, δημιουργείται ένα υπαρξιακό αίσθημα μοναξιάς που δύσκολα περιγράφεται με λόγια. Πολλές σχέσεις δεν τελειώνουν απότομα. Πεθαίνουν αργά από συναισθηματική απόσυρση. Οι συζητήσεις μικραίνουν και μένουν μόνο στα απαραίτητα. Τα βλέμματα χάνονται στο κενό, δεν συναντιούνται. Η επαφή μένει στα λειτουργικά και απαραίτητα. Μιλούν για λογαριασμούς, υποχρεώσεις, παιδιά, καθημερινότητα, αλλά σταματούν να μιλούν για τον εαυτό τους. Δεν υπάρχει πια χώρος όπου η ψυχή μπορεί να φανερωθεί χωρίς φόβο ή την αγωνία ότι, ακόμα μία φορά, η προσπάθεια θα πέσει στην αδιαφορία. Και το πιο τραγικό είναι ότι αυτή η διαδικασία συχνά περνά απαρατήρητη για πολύ καιρό. Ο άνθρωπος αρχίζει να αισθάνεται ότι ενοχλεί όταν εκφράζει το συναίσθημά του. Μαθαίνει σταδιακά να καταπνίγει τις ανάγκες του. Να μη ζητά πολλά. Να προσαρμόζεται στη συναισθηματική απουσία του άλλου. Σιγά σιγά δημιουργείται μια εσωτερική απομόνωση. Μια αίσθηση ότι ακόμη κι όταν μιλά, κανείς δεν είναι εκεί. Ο R.D. Laing, που ασχολήθηκε βαθιά με την ανθρώπινη αποξένωση, έγραφε ότι ένας άνθρωπος μπορεί να χάσει την αίσθηση της ύπαρξής του όταν δεν υπάρχει ουσιαστική ψυχική ανταπόκριση από το περιβάλλον του. Μέσα σε μια σχέση αυτό γίνεται ακόμη πιο οδυνηρό, γιατί εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει σύνδεση, εμφανίζεται η αόρατη απουσία. Η σιωπηλή εγκατάλειψη δεν είναι πάντα προϊόν σκληρότητας. Πολύ συχνά είναι ανωριμότητα, φόβος ή ψυχική αποσύνδεση. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έμαθαν ποτέ να σχετίζονται βαθιά. Άνθρωποι που τρομάζουν από την οικειότητα, που κλείνονται όταν εμφανίζονται δύσκολα συναισθήματα ή που έχουν μεγαλώσει σε περιβάλλοντα όπου η συναισθηματική έκφραση ήταν ανύπαρκτη ή θεωρούνταν αδυναμία. Έτσι, αντί να συγκρουστούν, να μιλήσουν ή να αποκαλύψουν τον εσωτερικό τους κόσμο, αποσύρονται. Γίνονται ψυχικά απόντες. Ο άλλος άνθρωπος τότε αρχίζει να ζει μέσα σε μια παράξενη κατάσταση αναμονής. Περιμένει μια στιγμή επανασύνδεσης. Μια συζήτηση, μια αληθινή ζεστή αγκαλιά. Ένα βλέμμα που να θυμίζει το παρελθόν. Και πολλές φορές κρατιέται από μικρές στιγμές τρυφερότητας για να αντέξει τη συνολική απουσία. Η Esther Perel έχει αναφέρει ότι σε πολλές μακροχρόνιες σχέσεις οι άνθρωποι παύουν σταδιακά να βλέπουν ο ένας τον άλλον. Ο άλλος μετατρέπεται σε ρόλο, σε συνήθεια, σε κομμάτι της καθημερινής δομής και όχι σε ζωντανή, μεταβαλλόμενη προσωπικότητα που συνεχίζει να έχει ανάγκες, φόβους και εσωτερικό κόσμο. Κάπου εκεί γεννιέται η βαθιά συναισθηματική αποξένωση. Υπάρχουν άνθρωποι που νιώθουν περισσότερη μοναξιά μέσα στη σχέση τους απ’ όση ένιωθαν όταν ήταν μόνοι. Γιατί η μοναξιά χωρίς σχέση έχει αλήθεια, μπορεί ακόμα να γίνει δημιουργική και παραγωγική, ενώ η μοναξιά μέσα στη σχέση έχει σύγχυση. Έχει ένα συνεχόμενο περίμενε, μια αναμονή, μια αγωνία μήπως και τώρα κάτι αλλάξει. Το σώμα βρίσκεται κοντά, αλλά η σύνδεση λείπει. Και αυτό δημιουργεί μια διαρκή εσωτερική ασάφεια. Ο άνθρωπος αρχίζει να αναρωτιέται αν ζητά πολλά, αν έτσι είναι τελικά οι σχέσεις και αν είναι υπερβολικός. Αν φταίει ο ίδιος που δεν νιώθει αγαπητός, που δεν δημιουργεί πάθος στον σύντροφο. Η αυτοεκτίμηση φθείρεται αργά μέσα από την έλλειψη ανταπόκρισης. Ο ψυχαναλυτής André Green είχε μιλήσει για το νεκρό συναίσθημα στις σχέσεις. Για εκείνες τις δυναμικές όπου δεν υπάρχει ανοιχτή βία, αλλά υπάρχει ψυχικό πάγωμα. Μια απουσία ζωντάνιας που αφήνει τον άλλον να νιώθει αόρατος, σχεδόν ανύπαρκτος. Και πολλές φορές αυτό είναι πιο δύσκολο να αναγνωριστεί, γιατί δεν υπάρχει ένα ξεκάθαρο γεγονός που να δικαιολογεί τον πόνο. Υπάρχει μόνο μια συνεχής αίσθηση συναισθηματικής στέρησης, σχεδόν σαν τιμωρία. Κάποιοι άνθρωποι παραμένουν για χρόνια σε τέτοιες σχέσεις επειδή φοβούνται τη μοναξιά, την αλλαγή ή την απώλεια της σταθερότητας. Άλλοι επειδή ελπίζουν ότι ο άνθρωπος που κάποτε ήταν παρών θα επιστρέψει. Και άλλοι επειδή έχουν μάθει από μικροί να ζουν με συναισθηματική έλλειψη και τη θεωρούν φυσιολογική. Όμως η ψυχή δεν παύει να διψά για ουσιαστική επαφή. Ο Winnicott πίστευε ότι ο άνθρωπος αναπτύσσεται ψυχικά μέσα από την εμπειρία του να υπάρχει κάποιος που μπορεί να κρατήσει συναισθηματικά την παρουσία του. Όταν αυτό λείπει για μεγάλο διάστημα, δημιουργείται ένα αίσθημα εσωτερικής εγκατάλειψης που σταδιακά επηρεάζει όλη την εικόνα που έχει κάποιος για τον εαυτό του. Και ίσως αυτό είναι το πιο επικίνδυνο κομμάτι της σιωπηλής εγκατάλειψης: ότι δεν καταστρέφει μόνο τη σχέση. Αρχίζει να διαβρώνει και την αίσθηση προσωπικής αξίας. Ο άνθρωπος παύει να εκφράζεται ελεύθερα. Κλείνεται, μικραίνει, μαραζώνει. Προσπαθεί να μη γίνει άλλο βάρος. Νιώθει ανασφάλεια ακόμη και για το ότι αναπνέει, φοβούμενος να μην κάνει κάτι ακόμη λάθος που θα λειτουργήσει κι άλλο επιβαρυντικά. Μαθαίνει να επιβιώνει μέσα στη συναισθηματική απουσία αντί να αναρωτηθεί αν του αξίζει να μένει μέσα στο συναισθηματικό τίποτα. Η αγάπη δεν είναι απλή φυσική παρουσία. Δεν είναι μόνο η συνήθεια, η συγκατοίκηση ή η σταθερότητα. Αγάπη είναι η ζωντανή συμμετοχή στην ύπαρξη του άλλου. Είναι να υπάρχει ενδιαφέρον, συναισθηματική διαθεσιμότητα, αληθινή επαφή. Παρουσία που να γεμίζει την ψυχή, να δίνει αναζωογονητικά ερεθίσματα στην προσωπικότητα. Ένας άνθρωπος μπορεί να χωρέσει πολλά, να διαπραγματευτεί, να αγωνιστεί, να υπερασπιστεί αυτά που θέλει και πιστεύει για τη σχέση του. Όμως πώς να αντέξει την απουσία; Για τι να αγωνιστεί μέσα σε μια ανύπαρκτη σχέση; Ίσως χρειάζεται να αναρωτηθεί όχι μόνο γιατί μένει σε αυτή τη σχέση, εφόσον έχει εγκαταλειφθεί στην πραγματικότητα εδώ και καιρό, αλλά και αν τελικά είναι τόσο βολικό να συντηρεί μια σχέση-ζόμπι αντί να ζει πραγματικά. Και τελικά, αν αξίζει αυτό το τίμημα.