Υπάρχουν γυναίκες που όλοι τις χαρακτηρίζουν δυνατές, αλύγιστες, εντυπωσιακές. Τίτλοι που δεν μπορείς εύκολα να αμφισβητήσεις. Είναι εκείνες που αντέχουν και συνεχίζουν να λειτουργούν, ενώ είναι πολύ πιθανό να καταρρέουν εσωτερικά. Είναι οι γυναίκες που δύσκολα ζητούν βοήθεια. Που έχουν μάθει να λειτουργούν ακόμα και εξαντλημένες. Βλέπετε, αυτές οι γυναίκες δεν έχουν και πολλές πιθανότητες να τις φροντίσουν άλλοι. Όχι μόνο γιατί είναι βολικό για πολύ κόσμο να υπάρχει μια τέτοια γυναίκα, καθώς τα κάνει όλα, αλλά και γιατί, εντέλει, και αυτές οι ίδιες δεν ξέρουν πια πώς να ζητήσουν βοήθεια.
Συχνά η οικογένεια, ακόμα και η κοινωνία, θαυμάζει αυτή τη δύναμη χωρίς να αναρωτιέται πώς δημιουργήθηκε αυτό το φαινομενικά αλύγιστο δυναμικό.
Πολλές φορές αυτή η δύναμη δεν δημιουργήθηκε από ελεύθερη επιλογή. Δημιουργήθηκε από ανάγκη. Από την προσπάθεια να επιβιώσει. Από στιγμές όπου η γυναίκα δεν είχε την πολυτέλεια να λυγίσει.
Υπάρχουν κορίτσια που από πολύ νωρίς μαθαίνουν ότι δεν υπάρχει ασφαλής χώρος για οποιαδήποτε αδυναμία. Ότι πρέπει να είναι ώριμα πριν την ώρα τους. Με λίγα λόγια, τους στερούν ακόμα και τα παιδικά τους χρόνια, βαφτίζοντάς τες από πολύ νωρίς φροντίστριες του μικρότερου παιδιού, του παππού και της γιαγιάς. Ή ακόμα η μητέρα τις κάνει φίλες για να λέει τον πόνο της, ή ακόμη και συνεργούς για τη διαχείριση του πατέρα. Μαθαίνουν να συγκρατούν τα συναισθήματά τους, να διαχειρίζονται καταστάσεις, να αντέχουν, να προστατεύουν τους άλλους και, φυσικά, να μη δημιουργούν προβλήματα. Έτσι μεγαλώνουν με ένα νευρικό σύστημα που βρίσκεται συνεχώς σε εγρήγορση. Σε ετοιμότητα για το τι θα χρειαστεί από αυτές το οικογενειακό περιβάλλον.
Ο Donald Winnicott περιέγραφε πως πολλά παιδιά αναπτύσσουν έναν ψεύτικο εαυτό για να μπορέσουν να επιβιώσουν ψυχικά μέσα σε περιβάλλοντα όπου οι δικές τους ανάγκες δεν χωρούσαν. Το παιδί αρχίζει να γίνεται αυτό που χρειάζονται οι άλλοι. Η ήσυχη, η υπεύθυνη, η δυνατή, η φροντιστική. Και πίσω από αυτή την εικόνα, ο αληθινός εαυτός αυτού του παιδιού μένει συχνά αόρατος.
Έτσι δημιουργείται μια γυναίκα που μοιάζει εξαιρετικά λειτουργική εξωτερικά, αλλά εσωτερικά κουβαλά χρόνια συναισθηματικής καταπίεσης.
Ο Gabor Maté έχει γράψει ότι όταν ένας άνθρωπος αναγκάζεται να καταπιέζει συστηματικά τα συναισθήματά του για να διατηρήσει δεσμούς ή να επιβιώσει, το σώμα αρχίζει να κουβαλά αυτό που η ψυχή δεν μπόρεσε να εκφράσει. Και αυτό φαίνεται έντονα σε πολλές γυναίκες που έχουν μάθει να είναι δυνατές.
Το σώμα τους συχνά ζει σε μια διαρκή κατάσταση επιφυλακής.
Σφίξιμο στον αυχένα. Συχνά οι ώμοι είναι λίγο προς τα πάνω, ή ακόμη και το ίδιο το σώμα μοιάζει σαν να είναι έτοιμο να πηδήξει στην αρένα. Πόνοι στην κάτω γνάθο από καταπιεσμένη ένταση. Χρόνια κόπωση, διαταραχές ύπνου, πονοκέφαλοι, ορμονική απορρύθμιση, στομαχικά προβλήματα, ταχυκαρδίες, δυσκολία στην αναπνοή, πόνοι στις αρθρώσεις. Ένα σώμα που δεν χαλαρώνει ποτέ πραγματικά, ακόμα κι όταν νομίζει ότι είναι χαλαρό, γιατί έχει μάθει ότι πρέπει να βρίσκεται συνεχώς σε εγρήγορση.
Ο Bessel van der Kolk εξηγεί ότι το τραύμα δεν αποθηκεύεται μόνο ως ανάμνηση, αλλά ως σωματική εμπειρία. Το σώμα θυμάται τι χρειάζεται για να επιβιώσει, καθώς αυτό είναι το βαθύτερο ένστικτό του. Το ενήλικο σώμα θυμάται ακόμη την αγωνία που ένιωθε το αβοήθητο παιδικό κορμάκι όταν βρισκόταν στο έλεος της επιθυμίας του ενήλικα.
Πολλές γυναίκες ζουν έτσι για χρόνια χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι αυτό που ονομάζουν χαρακτήρα είναι στην πραγματικότητα χρόνιο στρες και υπερλειτουργία του νευρικού συστήματος. Ότι αυτός ο αγώνας να τα κρατήσουν όλα δεν είναι μόνο προϊόν ικανότητας, αλλά και φόβου.
Η γυναίκα που έγινε δυνατή επειδή δεν είχε επιλογή συχνά δυσκολεύεται να ξεκουραστεί χωρίς ενοχή. Και αυτό είναι ένα σημαντικό σημάδι. Όταν πάντα κάτι εκεί έξω έχει την ανάγκη της, όταν ποτέ δεν υπάρχει χρόνος για εκείνη, ναι, είναι σημάδι. Γιατί ξέρει ασυνείδητα ότι, εάν σταματήσει, τα χρόνια ψυχικής και συναισθηματικής καταπόνησης θα εμφανιστούν. Όταν σταματήσει, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα αυτή η δυνατή γυναίκα να καταρρεύσει ψυχικά ή σωματικά.
Γι’ αυτό πολλές φορές είναι εθισμένη στη διαρκή δράση. Στη φροντίδα των άλλων. Στην υπερευθύνη, την παραγωγικότητα. Αν σταματήσει, έρχεται στην επιφάνεια η εξάντληση, η θλίψη, ο θυμός, η μοναξιά.
Ο Carl Jung έγραφε ότι αυτό στο οποίο αντιστεκόμαστε, επιμένει. Και πολλές γυναίκες έχουν μάθει να αντιστέκονται στην ίδια τους την ευαλωτότητα. Να τη θεωρούν επικίνδυνη. Γιατί κάποτε ίσως η ευαλωτότητα δεν προστατεύτηκε. Αγνοήθηκε, απορρίφθηκε ή χρησιμοποιήθηκε εναντίον τους.
Έτσι, η θηλυκή ενέργεια αρχίζει να λειτουργεί περισσότερο μέσα από επιβίωση παρά μέσα από ροή. Η γυναίκα γίνεται ένα μηχάνημα με πατημένο συνεχώς το κουμπί εκκίνησης. Οργανώνει, κρατά, προβλέπει, προστατεύει. Αλλά εντέλει δυσκολεύεται να δεχτεί, να χαλαρώσει, να αφεθεί. Και αυτό έχει τεράστιο αντίκτυπο στο σώμα. Γιατί η συνεχής πίεση για δύναμη χωρίς ανάπαυση γίνεται τελικά μια μορφή εσωτερικής βίας.
Το νευρικό σύστημα παραμένει σε κατάσταση συμπαθητικής ενεργοποίησης, σαν να υπάρχει συνεχώς ένας αόρατος κίνδυνος. Η κορτιζόλη παραμένει αυξημένη. Ο ύπνος γίνεται επιφανειακός. Το σώμα κουράζεται αλλά δεν ξεκουράζεται. Ακόμη και η αναπνοή συχνά γίνεται ρηχή.
Η Candace Pert, νευροεπιστήμονας που μελέτησε τη σχέση συναισθημάτων και σώματος, πίστευε ότι τα συναισθήματα ζουν βιολογικά μέσα στο σώμα μέσω νευροπεπτιδίων. Όταν τα συναισθήματα δεν εκφράζονται, δεν εξαφανίζονται. Συνεχίζουν να επηρεάζουν το σώμα εσωτερικά.
Γι’ αυτό πολλές γυναίκες εμφανίζουν ψυχοσωματικά συμπτώματα ακριβώς τη στιγμή που δεν αντέχουν άλλο. Το σώμα αρχίζει να μιλά όταν ακόμα και αυτή η εκπαιδευμένη προσωπικότητα δεν έχει πια άλλο κουράγιο να συγκρατήσει μακριά της τις ανάγκες της. Βέβαια, υπάρχουν και αυτές που έχουν μάθει να είναι τόσο δυνατές που δεν αναγνωρίζουν καν πότε πονάνε. Συνεχίζουν αυτόματα. Λειτουργούν μηχανικά. Και συχνά οι άλλοι θεωρούν δεδομένη τη δύναμή τους. “Εσύ τα καταφέρνεις”. “Είσαι βράχος”. “Είσαι τόσο δυνατή”.
Αλλά κανείς δεν αναρωτιέται πόσο κοστίζει να είσαι πάντα ο βράχος.
Η Alice Miller είχε γράψει πως πολλά δυνατά παιδιά στην πραγματικότητα είναι παιδιά που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις δικές τους ανάγκες για να προσαρμοστούν ψυχικά στο περιβάλλον τους. Και αργότερα αυτά τα παιδιά γίνονται ενήλικες που δεν ξέρουν πώς να φροντίσουν τον εαυτό τους χωρίς ενοχή ή δεν δίνουν καν στον εαυτό τους το δικαίωμα να τα φροντίσουν.
Η γυναίκα που έγινε δυνατή από ανάγκη συχνά δυσκολεύεται ακόμη και να δεχτεί αγάπη. Ή, αν τη δεχτεί, θα πρέπει να οργανώσει τι θα προσφέρει πίσω, γιατί φυσικά δεν νιώθει ασφαλής όταν τη φροντίζουν. Αυτό την αγχώνει, ενεργοποιεί το κουμπί κινδύνου νιώθει ότι χάνει τον έλεγχο. Και τι θα της ζητήσουν τώρα που της έδωσαν; Μήπως την πληγώσουν ξανά; Ενώ όταν η ίδια φροντίζει, υπάρχει η ψευδαίσθηση του ελέγχου. Δεν ξέρει πώς είναι να χαλαρώνει πραγματικά μέσα σε ασφαλές περιβάλλον.
Η θεραπεία για αυτή τη γυναίκα αρχίζει όταν επιτρέψει στον εαυτό της να κουραστεί χωρίς ντροπή. Να ζητήσει βοήθεια. Να υπάρξει χωρίς να αποδεικνύει συνεχώς την αξία της μέσα από το πόσα σηκώνει. Να ανακαλύψει ότι η ευαλωτότητα δεν είναι αδυναμία του σώματος ή της ψυχής. Να μάθει ότι αξίζει αγάπη ακόμη κι όταν δεν είναι δυνατή.