Η σιωπηλή συγχώνευση της ελληνικής οικογένειας

Αυτό που συχνά ονομάζουμε οικογενειακή συγχώνευση δεν είναι απλώς μια στενή σχέση με την οικογένεια. Είναι μια βαθιά ψυχική συνθήκη, όπου τα όρια ανάμεσα στο «εγώ» και το «εμείς» γίνονται ρευστά, σχεδόν αόρατα. Εκεί όπου ο άνθρωπος δεν μαθαίνει μόνο να ανήκει, αλλά να ταυτίζεται. Να αισθάνεται μέσα από τους άλλους, να επιλέγει μέσα από τις προσδοκίες της οικογένειας, να υπάρχει μέσα από ρόλους που προϋπήρχαν πριν ακόμη προλάβει να αναρωτηθεί ποιος είναι.

Στην ελληνική κοινωνία θα τολμήσω να γράψω ότι αυτό δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά μοτίβο. Και δεν είναι απλώς μια πολιτισμική ιδιαιτερότητα αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στα κοινωνικά δεδομένα. Σύμφωνα με τη Eurostat, η μέση ηλικία αποχώρησης από το γονεϊκό σπίτι στην Ελλάδα ξεπερνά τα 30 έτη, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται περίπου στα 26. Την ίδια στιγμή, τα στοιχεία του OECD δείχνουν ότι η πλειονότητα των νέων ενηλίκων παραμένει στο πατρικό, όχι μόνο λόγω συναισθηματικής σύνδεσης αλλά και λόγω οικονομικών συνθηκών, εργασιακής αστάθειας και υψηλού κόστους στέγασης.

Και όμως, αν μείνουμε μόνο σε αυτή την εξήγηση, θα χάσουμε κάτι ουσιαστικό. Γιατί η οικονομική δυσκολία φυσικά και εξηγεί γιατί κάποιος δεν φεύγει εύκολα. Δεν εξηγεί όμως γιατί, ακόμη κι όταν υπάρχει δυνατότητα, η εσωτερική κίνηση προς την ανεξαρτησία μπλοκάρει, καθυστερεί ή γεμίζει το άτομο με άγχος και ενοχή.

Εκεί αρχίζει η ψυχολογία.

Μέσα από τη Συστημική Οικογενειακή Θεωρία, ο Murray Bowen περιγράφει την οικογένεια ως μια συναισθηματική μονάδα όπου τα μέλη της είναι βαθιά αλληλοεξαρτώμενα. Το βασικό ζητούμενο της ωρίμανσης δεν είναι η απομάκρυνση, αλλά η διαφοροποίηση του εαυτού δηλαδή η ικανότητα να μπορώ να σκέφτομαι, να αισθάνομαι και να επιλέγω, ενώ παραμένω σε σχέση. Σε οικογενειακά συστήματα με έντονη συγχώνευση, αυτή η διαφοροποίηση γίνεται δύσκολη. Το άτομο νιώθει ότι αν απομακρυνθεί ψυχικά, κινδυνεύει να χάσει τη σύνδεση.

Παράλληλα, η Δομική Οικογενειακή Θεραπεία του Salvador Minuchin εισάγει την έννοια της υπερεμπλοκής (enmeshment), όπου τα όρια είναι διάχυτα και η εγγύτητα τόσο έντονη που δεν αφήνει χώρο για ξεχωριστή ταυτότητα. Εκεί, η αγάπη μπορεί να μοιάζει με φροντίδα, αλλά ταυτόχρονα να λειτουργεί ως ένας αόρατος περιορισμός. Όχι γιατί κάποιος θέλει να κρατήσει τον άλλον πίσω, αλλά γιατί η ίδια η σχέση δεν αντέχει εύκολα την απόσταση.

Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ανεξαρτητοποίηση δεν βιώνεται ως φυσική εξέλιξη. Βιώνεται ως ρήξη, απορρίψει, εγκαταλείψει.

Η θεωρία δεσμού του John Bowlby έρχεται να φωτίσει αυτή την εμπειρία σε ακόμη βαθύτερο επίπεδο. Όταν η ασφάλεια έχει συνδεθεί με την εγγύτητα, η απόσταση ενεργοποιεί άγχος. Δεν είναι μόνο ότι φεύγω από το σπίτι. Είναι ότι απομακρύνομαι από αυτό που μου έδινε αίσθηση σταθερότητας. Έρευνες στη σύγχρονη ψυχολογία δείχνουν ότι τα μοτίβα ανασφαλούς δεσμού συνδέονται με δυσκολία στη συναισθηματική ρύθμιση έτσι παρουσιάζεται με αυξημένη εξάρτηση ή αντίθετα, με μια επιφανειακή αυτονομία που στην πραγματικότητα  κρύβει την  αποφυγή από το συναίσθημα και την σύνδεση .

Έτσι εξηγείται ένα παράδοξο που βλέπουμε συχνά άνθρωποι να διαμαρτύρονται για τη ζωή στο πατρικό, να νιώθουν πίεση, περιορισμό ή ψυχική ασφυξία, αλλά να παραμένουν. Όχι επειδή δεν βλέπουν τη δυσκολία, αλλά επειδή η εναλλακτική τους φέρνει αντιμέτωπους με κάτι πιο βαθύ την ανάγκη να υπάρξουν χωρίς το γνώριμο πλαίσιο.

Σε πολιτισμικό επίπεδο, η Ελλάδα ανήκει σε αυτό που η κοινωνική θεωρία περιγράφει ως «οικογενειοκεντρικό» ή familialistic μοντέλο. Εκεί όπου η οικογένεια δεν είναι μόνο συναισθηματικός πυρήνας, αλλά και βασικός μηχανισμός προστασίας απέναντι στην ανασφάλεια της ζωής. Όταν το κράτος δεν επαρκεί, η οικογένεια καλύπτει, προσφέρει στέγη, φροντίδα, οικονομική στήριξη, ψυχικό κράτημα. Αυτή η λειτουργία είναι βαθιά πολύτιμη για την ψυχική υγειά του ατόμου  αλλά ταυτόχρονα μπορεί να παγιώσει σχέσεις εξάρτησης που δυσκολεύουν την αυτονόμηση.

Και μέσα σε όλα αυτά, γεννιέται μια εσωτερική σύγκρουση.

Από τη μία, η ανάγκη να φύγω, να δημιουργήσω, να σταθώ μόνος μου, να ανακαλύψω ποιος είμαι έξω από τους ρόλους.
Από την άλλη, η ενοχή, ο φόβος, η αίσθηση ότι κάτι ραγίζει  αν το κάνω.

Ο Carl Gustav Jung φαντάζομαι ότι θα έβλεπε αυτή τη σύγκρουση ως μέρος της διαδικασίας της εξατομίκευσης. Της πορείας δηλαδή κατά την οποία το άτομο καλείται να απομακρυνθεί από τις ταυτίσεις του, από τις προβολές, από τους ρόλους, για να συναντήσει τον αυθεντικό του εαυτό. Όταν αυτή η διαδικασία μπλοκάρεται, δεν έχουμε απλώς καθυστέρηση ενηλικίωσης· έχουμε ψυχική στασιμότητα, έχουμε δυσκολία στην συνάντηση με το προσωπικό όραμα, ακόμα και στην δημιουργία μια υγιούς προσωπικής σχέσεις

Και αυτή τη στασιμότητα δεν είναι ανάγκη να σπεύδουμε να τη χαρακτηρίσουμε με τίτλους όπως αδυναμία ή άλλα παρόμοια επίθετα. Είναι όμως σημαντικό να κατανοήσουμε ότι αποτελεί την έκφραση μιας εσωτερικής έντασης που δεν έχει βρει ακόμη τρόπο να λυθεί. Άλλωστε, δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από την Κατοχή, τον Εμφύλιο και, πιο πρόσφατα, την οικονομική κρίση. Πρόκειται για συλλογικά τραύματα που διαπερνούν γενιές και εγγράφονται στο σύστημά μας. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες μάθαμε να μένουμε μαζί ο οικογενειακός πυρήνας έγινε τρόπος επιβίωσης.

Η πραγματική ανεξαρτησία δεν είναι να κόψω την οικογένεια. Δεν είναι να απομακρυνθώ για να αποδείξω κάτι. Είναι να μπορώ να σταθώ μέσα ή έξω από αυτήν, χωρίς να χάνω τον εαυτό μου. Να διατηρώ τη σύνδεση χωρίς να συγχωνεύομαι. Να αγαπώ χωρίς να υποτάσσομαι. Να επιλέγω χωρίς να καταρρέω από ενοχή.

Και ίσως αυτό είναι ένα από τα πιο λεπτά και δύσκολα μαθήματα της ελληνικής ψυχής.

Ερώτημα στοχασμού

ποιος είμαι αν φύγω ,ποιος είμαι ως ανεξάρτητο άτομο

Ιωάννα Μπράτη
Ψυχοθεραπεία & Εσωτερικές Διαδικασίες

📲 Εγκατάσταση στο iPhone σας

Πατήστε το κουμπί Κοινοποίηση (Share) και μετά "Προσθήκη στην οθόνη αφετηρίας".