Η Νέα Χρονιά Δεν Είναι Restart


Μικρά Βήματα, Όχι Μεγάλες Υποσχέσεις

Κάθε χρόνο, σχεδόν τελετουργικά, στεκόμαστε μπροστά στο κατώφλι της νέας χρονιάς φορτωμένοι με προσδοκίες και ελπίδες.
Εσωτερικές υποσχέσεις, μεγαλόπνοα πλάνα για αλλαγή, διορθωτικές κινήσεις που αφορούν την καθημερινότητά μας, τη ζωή μας, τον εαυτό μας.

Όλη αυτή η κατάσταση ενδυναμώνεται από μια ισχυρή κοινωνική προσταγή:
ότι τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή.

Να αλλάξουμε.
Να διορθωθούμε.
Να ξεκινήσουμε από την αρχή.

Η νέα χρονιά παρουσιάζεται σαν ένα καθαρό φύλλο, σαν ένα κουμπί επανεκκίνησης.
Κι όμως, η ψυχή δεν λειτουργεί με reset.
Δεν αδειάζει μνήμες.
Δεν διαγράφει τραύματα.
Δεν συγχρονίζεται με ημερολόγια.

Η πίεση για αλλαγή, όταν δεν γεννιέται από εσωτερική ανάγκη αλλά από κοινωνική επιταγή, μετατρέπεται εύκολα σε μια νέα μορφή βίας  ήπιας, σιωπηλής, αλλά επίμονης.
Μιας βίας που επηρεάζει τον ψυχισμό μας και συχνά μας γεμίζει ενοχή:
«Γιατί δεν τα καταφέρνω;»
«Γιατί δεν νιώθω όπως θα έπρεπε;»

Στη σύγχρονη κοινωνία, η αλλαγή δεν είναι απλώς επιθυμητή είναι σχεδόν υποχρεωτική.
Ζούμε σε έναν κόσμο «ρευστό», όπου τίποτα δεν επιτρέπεται να σταθεροποιηθεί. Η στασιμότητα θεωρείται αποτυχία και η εσωτερική ευστάθεια αντιμετωπίζεται συχνά ως αντίσταση στη γενικευμένη απαίτηση για διαρκή θετικότητα και υπερβολικά καλή διάθεση.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η νέα χρονιά γίνεται σύμβολο παραγωγικότητας, αυτοβελτίωσης και ελέγχου.
Λίστες στόχων.
Αποφάσεις.
Υποσχέσεις.

Όμως η ψυχολογία γνωρίζει κάτι βαθύτερο:
η αλλαγή που δεν έχει ρίζες στο βίωμα επιστρέφει ως άγχος, τύψεις, αναστολές ή αυτοϋπονόμευση.

Στις γιορτές των Χριστουγέννων, η Σκιά αποκλείεται.
Και μαζί της αποκλείονται οι φόβοι, οι αμφιβολίες, οι υπαρξιακές αγωνίες.

Μας ζητούν να είμαστε φωτεινοί, αισιόδοξοι, αποφασισμένοι.
Και αν δεν τα καταφέρουμε;
Τότε συχνά κολλάμε στον εαυτό μας εύκολες ετικέτες: «γκρινιάρης», «αρνητικός», «δύσκολος»

απλώς επειδή δεν συμβαδίζουμε με το γενικό κλίμα.

Η ιδέα του restart είναι τεχνολογική, όχι ανθρώπινη.
Οι άνθρωποι δεν επανεκκινούνται  συνεχίζουν.

Μπορούν να επαναπροσδιορίσουν μια κατάσταση, εσωτερική ή εξωτερική.
Αλλά δεν μπορούν να σβήσουν κομμάτια τους, τουλάχιστον όχι χωρίς ψυχικό κόστος ή παθολογική προέκταση.

Έχουν σώμα, και το σώμα κουβαλά τις δικές του ιστορίες,
συναισθηματικές εγγραφές που μπορεί να περιλαμβάνουν θλίψη, πένθος, θυμό, φόβο ή ακομα νοητική κόπωση, υπαρξιακές ανασκοπήσεις.
Όλα αυτά δεν εξαφανίζονται επειδή άλλαξε ο χρόνος.

Η ψυχική υγεία δεν βρίσκεται στην τέλεια προσαρμογή, αλλά στην αίσθηση ότι υπάρχω μέσα στον χρόνο χωρίς να διαλύομαι.

Όταν ζητάμε από τον εαυτό μας να γίνει «άλλος» από την 1η Ιανουαρίου, συχνά του ζητάμε να προδώσει την αλήθεια του.
Να αγνοήσει την κούραση.
Να προσπεράσει το πένθος.
Να μην ακούσει το σώμα.

Η αλλαγή δεν προκύπτει από την άρνηση του παρόντος, αλλά από την πλήρη επαφή μαζί του.
Δεν αλλάζουμε επειδή αρνούμαστε αυτό που είμαστε,
αλλά επειδή το κατανοούμε.

Οι μεγάλες υποσχέσεις έχουν κάτι δελεαστικό.
Μοιάζουν με σωτηρία.

«Φέτος θα γίνω καλύτερη.»
«Φέτος θα τα καταφέρω.»
«Φέτος δεν θα πονάω.»

Όμως η ψυχή δεν θεραπεύεται με δηλώσεις ισχυρών προθέσεων.
Θεραπεύεται με τη σχέση που δομούμε με τον εαυτό μας.

Με τον σεβασμό στον χρόνο που χρειάζεται κάθε μεταβολή.
Με το αφουγκράσμα του προσωπικού μας ρυθμού.
Με αποδοχή των μικρών, σχεδόν ανεπαίσθητων μετακινήσεων.

Η αλλαγή που αντέχει είναι σταδιακή.
Τα μεγάλα άλματα συχνά λειτουργούν ως άμυνα  μια προσπάθεια να ξεφύγουμε από το παρόν αντί να το αντέξουμε.

Η πραγματική γενναιότητα πολλες φορες δεν βρίσκεται στο ηρωικό ξεκίνημα,
αλλά στη σιωπηλή συνέχιση.

Τα μικρά βήματα δεν εντυπωσιάζουν.
Δεν ανεβαίνουν εύκολα στα κοινωνικά δίκτυα.
Δεν συνοδεύονται από χειροκρότημα.

Αλλά είναι αληθινά.

Ένα μικρό βήμα μπορεί να είναι:

  • να ακούσω το σώμα μου πριν το πιέσω,

  • να πω «όχι» μία φορά λιγότερο ενοχικά,

  • να μείνω με ένα συναίσθημα αντί να το εξηγήσω γνωσιακά,

  • να μην απαιτήσω από τον εαυτό μου να θεραπευτεί γρήγορα ή να μείνει άθικτος.

Ίσως τελικά δεν είναι υπεύθυνη για τη μελαγχολία μετά τις γιορτές ούτε η λύπη ούτε η χαρά,
αλλά η υπερβολική προσδοκία για χαρά.
Οι ακρότητες των προσδοκιών μάς αφήνουν εκτεθειμένους, γιατί δεν περιλαμβάνουν το προσωπικό μας αφουγκράσμα.

Η εξατομίκευση δεν είναι δρόμος τελειότητας αλλά συμφιλίωσης.
Δεν γινόμαστε «καλύτεροι άνθρωποι»  γινόμαστε πιο ολόκληροι.
Και η ολότητα δεν χρειάζεται ημερομηνία έναρξης.

Ίσως η νέα χρονιά να μη χρειάζεται μεγαλόπνοα σχέδια.
Ίσως να μη χρειάζεται υποσχέσεις.
Ίσως να χρειάζεται χώρο.

Χώρο να αναπνεύσουμε χωρίς στόχο.
Χώρο να βιώσουμε την κούρασή μας χωρίς ενοχή ή αυτοκριτική.
Χώρο να αλλάξουμε συνθήκες μόνο όταν η συνείδησή μας είναι έτοιμη.

Όχι άλλη πίεση στο όνομα της αλλαγής προς έναν ιδανικό εαυτό.
Όχι άλλη βία μεταμφιεσμένη σε αυτοβελτίωση.

Αν κάτι αξίζει να πάρουμε μαζί μας στη νέα χρονιά, δεν είναι ένα μεταμορφωμένο εγώ,
αλλά μια πιο ήπια, στοργική σχέση με το παλιό.

Και αν μπορώ να πω μια αλήθεια μετά από τόσα χρόνια τριβής ως σύμβουλος υγείας, είναι αυτή:
καμία αλλαγή δεν συμβαίνει όταν αρνούμαστε τον εαυτό μας.
Η πραγματική θεραπεία ξεκινά όταν μας συμπεριλαμβάνουμε ολόκληρους στις αποφάσεις μας.

Όση σοφία έχει να αφήσουμε πίσω ό,τι μας κρατά καθηλωμένους,
άλλη τόση έχει να ενώσουμε κομμάτια μας που βρίσκονται σε διάσπαση 
χωρίς την αγωνία να το αποδείξουμε.


Η αλλαγή δεν είναι υπόσχεση. Είναι διαδικασία.
Και η διαδικασία θέλει ενσυναίσθηση.